Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Η μουσικοθεραπεία στην πρώιμη παρέμβαση: Θεωρητικό υπόβαθρο και πρακτικές εφαρμογές



Η μουσικοθεραπεία στην πρώιμη παρέμβαση:


Θεωρητικό υπόβαθρο και πρακτικές εφαρμογές


Χριστίνα Παπαηλιού 

 

Η μουσική θα μπορούσε να οριστεί ως το αποτέλεσμα μίας θεληματικής οργάνωσης των ποικίλων ηχητικών μονάδων σε ένα συγκεκριμένο ρυθμικό πλαίσιο. Από την πρώτη κιόλας στιγμή της εμφάνισής της η μουσική υπηρετεί δύο κυρίως λειτουργίες: (α) την έκφραση συναισθημάτων και (β) την ηχητική αναπαράσταση πράξεων ή γεγονότων.

Η μουσικοθεραπεία είναι η συστηματική χρήση της μουσικής σε όλες της μορφές της ψυχοπαθολογίας. Πρόκειται για μία ολιστική προσέγγιση μέσω της οποίας είναι δυνατόν να επιτευχθεί η βελτίωση των κινητικών, αντιληπτικών, γνωστικών και κοινωνικών δεξιοτήτων, της γλωσσικής ικανότητας, της εικόνας του εαυτού και της αυτοεκτίμησης. Η θεραπευτική χρήση της μουσικής πιθανολογείται ότι έχει ηλικία μεγαλύτερη των τριάντα χιλιάδων ετών, ενώ αρχαία εβραϊκά και ελληνικά κείμενα (π.χ. Πυθαγόρας ο Σάμιος) βρίθουν αναφορών σχετικών με το θεραπευτικό ρόλο της μουσικής.
Σύμφωνα με τη σύγχρονη αντίληψη η μουσικοθεραπεία είναι δυνατόν να ενσωματώσει τους στόχους αλλά και να επαυξήσει την αποτελεσματικότητα άλλων ψυχοθεραπευτικών μεθόδων. Όσο περισσότερο διαπιστώνεται η αναγκαιότητα μίας διεπιστημονικής προσέγγισης στις ψυχοθεραπευτικές μεθόδους, τόσο περισσότερο καταδεικνύεται ο εξέχων ρόλος της μουσικοθεραπείας στην κατεύθυνση αυτή, ιδιαίτερα δε στην πρώιμης παρέμβασης.
Το παρόν κείμενο αναφέρεται στα χαρακτηριστικά και το έργο της παιδικής μουσικοθεραπείας καθώς και σε ευρήματα της σύγχρονης εξελικτικής ψυχολογίας τα οποία υποστηρίζουν την άποψη ότι η μουσικοθεραπεία είναι η πλέον συμβατή ψυχοθεραπευτική μέθοδος με τη βάση της ανθρώπινης ανάπτυξης, την άμεση διαπροσωπική επικοινωνία. Τέλος παρουσιάζεται ειδικότερα η εφαρμογή της μουσικοθεραπείας στην ένταξη παιδιών με αναπτυξιακές διαταραχές ποικίλων μορφών σε τάξεις προσχολικής αγωγής με φυσιολογικά παιδιά.
Ένα θεωρητικό υπόβαθρο για τη μουσικοθεραπεία - η θεωρία
της Διυποκειμενικότητας
Η ιδιαίτερη αξία της μουσικοθεραπείας έγκειται στο γεγονός ότι αυτή παρεμβαίνει στην άμεση διαπροσωπική επικοινωνία. Η άμεση διαπροσωπική επικοινωνία, που εμφανίζεται ήδη από την αρχή της ζωής έχει η ίδια μουσικό χαρακτήρα και συνιστά θεμελιώδη ανθρώπινη συμπεριφορά στην οποία μάλιστα, σύμφωνα με σύγχρονες θεωρίες της εξελικτικής ψυχολογίας, εδράζεται η νοητική αλλά και συναισθηματική ανάπτυξη του ατόμου καθώς και η κατάκτηση της γλώσσας. Το ψυχολογικό υπόβαθρο, οι απαρχές και ο μουσικός χαρακτήρας της διαπροσωπικής επικοινωνίας έχουν περιγραφεί στο πλαίσιο της θεωρίας της Διυποκειμενικότητας, η οποία διατυπώθηκε από τον Colwyn Trevarthen (1982). Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεωρία, τα ανθρώπινα όντα είναι προικισμένα με έμφυτα κίνητρα για διαπροσωπική επικοινωνία και διαπολιτισμική δημιουργία. Η ψυχολογική ανάπτυξη είναι αποτέλεσμα τόσο αλλαγών στα ίδια τα κίνητρα όσο και αλλαγών στους αντιληπτικούς και κινητικούς μηχανισμούς που τα υπηρετούν. Σύμφωνα με τη θεωρία της Διυποκειμενικότητας δύο είναι τα θεμελιώδη κίνητρα: (α) το κίνητρο για διαπροσωπική επαφή και μοίρασμα ενδιαφερόντων και συναισθημάτων με τους άλλους ανθρώπους και (β) το κίνητρο για εξερεύνηση του άψυχου περιβάλλοντος και της απόκτησης γνώσης από αυτό. Η ποιότητα των θεμελιωδών κινήτρων στην εκάστοτε έκφανσή τους έχει υποκειμενικό χαρακτήρα και καθορίζεται από τα συναισθήματα του ατόμου. O Trevarthen διακρίνει περιόδους ανάπτυξης οι οποίες χαρακτηρίζονται από την κατάκτηση νέων γνωστικών και συμπεριφορικών δεξιοτήτων αλλά και από μεγαλύτερη περιπλοκότητα στην έκφραση των δύο θεμελιωδών κινήτρων. Στη θεωρία της Διυποκειμενικότητας η ανάπτυξη περιγράφεται ως η οικοδόμηση όλο και περιπλοκότερων κινήτρων για συνεργατική δράση, τα οποία προκύπτουν από το συνδυασμό των δύο θεμελιωδών κινήτρων.
Η μουσική φύση της άμεσης διαπροσωπικής επικοινωνίας καταδεικνύεται από νατουραλιστικές περιγραφές συγκεκριμένων συμπεριφορών που λαμβάνουν χώρα στις επικοινωνιακές συναλλαγές μεταξύ μητέρων και βρεφών ως αποτέλεσμα των έμφυτων κινήτρων για διυποκειμενική επικοινωνία. Οι πιο χαρακτηριστικές από τις συμπεριφορές αυτές είναι οι ‘πρωτοσυνομιλίες’, η διαισθητική μητρική ομιλία και τα βρεφικά τραγούδια.
Οι ‘πρωτοσυνομιλίες’
Η πρωταρχική εκδήλωση του κινήτρου για διυποκειμενική επικοινωνία παρατηρείται κατά τις ‘πρωτοσυνομιλίες’ μεταξύ των μητέρων και των βρεφών τους στην ηλικία των δύο μηνών. Οι ‘πρωτοσυνομιλίες’ ορίζονται ως επικοινωνιακές συναλλαγές ρυθμιζόμενες και από τα δύο μέλη, ενώ λεπτομερής ανάλυσή τους έχει δείξει ότι χαρακτηρίζονται από περίπλοκη ρυθμική και φυσιογνωμική οργάνωση. Ο όρος ‘πρωτοσυνομιλίες’ επινοήθηκε γιατί αυτού του είδους οι συναλλαγές προσομοιάζουν με τις φιλικές συνομιλίες των ενηλίκων. Κατά τις πρωτοσυνομιλίες τόσο η μητέρα όσο και το βρέφος εκφράζονται μέσω προτύπων συντονισμένων συμπεριφορών τα οποία προκύπτουν από το συνδυασμό όλων των μορφών έκφρασης (βλέμμα, εκφράσεις του προσώπου, χειρονομίες και φωνοποιήσεις). Επιπλέον, οι εκφράσεις του ενός συντονίζονται με τις εκφράσεις του άλλου μεταβιβάζοντας συνταιριασμένες ή συμπληρωματικές ποιότητες συναισθημάτων. Ο Daniel Stern (Stern et al, 1985) έχει ονομάσει τη συμπεριφορά αυτή ‘συναισθηματική εναρμόνιση’. Η ‘συναισθηματική εναρμόνιση’ επιτυγχάνεται όχι μέσω της μορφής των εκφράσεων της μητέρας και του βρέφους αλλά κυρίως μέσω της ποιότητάς τους η οποία καθορίζεται από τα μουσικά τους χαρακτηριστικά τα οποία είναι: η ρυθμική οργάνωση, που διαμορφώνεται τόσο από τη διάρκεια της κάθε έκφρασης όσο και από το διάστημα που ορίζεται από τη στιγμή της έναρξης μίας συγκεκριμένης έκφρασης σε σχέση με τη στιγμή έναρξης της έκφρασης του επικοινωνιακού συντρόφου, η ένταση με την έννοια της δύναμης της έκφρασης καθώς και το περίγραμμα της κίνησης.
Η Διαισθητική Μητρική Ομιλία
Η διαισθητική μητρική ομιλία ορίζεται ως το σύνολο των φωνητικών εκφράσεων μέσω των οποίων οι μητέρες απευθύνονται στα βρέφη τους. Έχει παρατηρηθεί ότι η διαισθητική μητρική ομιλία έχει έντονο μουσικό χαρακτήρα. Χαρακτηρίζεται από υψηλό τόνο, ομαλές μεταβολές στη μελωδική γραμμή αλλά και εκτεταμένες τονικές εξάρσεις, μεγάλη τονική διακύμανση, επανάληψη σύντομων εκφράσεων, μακρές παύσεις και απλοποιημένη συντακτική δομή. Οι μητέρες χρησιμοποιούν διαφορετικές ποικιλίες της διαισθητικής μητρικής ομιλίας, ώστε ανάλογα με τη συναισθηματική και την κατάσταση εγρήγορσης του βρέφους τους να το προσκαλέσουν σε μία επικοινωνιακή συναλλαγή, να εντείνουν τη συμμετοχή του σε μία επικοινωνιακή συναλλαγή ή να διατηρήσουν μία ευχάριστη επικοινωνιακή συναλλαγή. Η μικροανάλυση βιντεοσκοπημένων αλληλεπιδράσεων μεταξύ μητέρας-βρέφους έχει καταδείξει ότι τα βρέφη ανταποκρίνονται θετικά και συντονίζουν τις εκφράσεις τους στη διαισθητική μητρική ομιλία. Είναι προφανές ότι το βρέφος δεν κατανοεί το λεκτικό περιεχόμενο της διαισθητικής μητρικής ομιλίας, το οποίο άλλωστε είναι υποτυπώδες. Είναι τα ιδιαίτερα μουσικά χαρακτηριστικά της ομιλίας αυτής που μεταβιβάζουν την ποιότητα των προθέσεων και των συναισθημάτων της μητέρας, τα οποία είναι συντονισμένα με την ποιότητα των συναισθημάτων του βρέφους.
Ο όρος ‘διαισθητική’ που χρησιμοποιείται για να περιγράψει αυτού του είδους τη μητρική ομιλία δηλώνει ότι οι παράμετροι ή τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς αυτής δεν είναι αποτέλεσμα σκέψης ή συνειδητής προετοιμασίας εκ μέρους των μητέρων. Επιπλέον, αξίζει να τονιστεί ότι τα συγκεκριμένα μουσικά χαρακτηριστικά της διαισθητικής μητρικής ομιλίας έχουν παρατηρηθεί σε μητέρες που προέρχονται από εντελώς διαφορετικά γλωσσικά περιβάλλοντα (Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ιαπωνικά, Κινέζικα, Βρετανικά και Αμερικάνικα Αγγλικά). Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις οι μητέρες παραβιάζουν τους κανόνες επιτονισμού της γλώσσας τους προκειμένου να επιτύχουν τα χαρακτηριστικά της διαισθητικής μητρικής ομιλίας.
Βρεφικά Τραγούδια
Από τους τρεις μήνες και μετά το κίνητρο για διαπροσωπική επικοινωνία υποχωρεί και κυριαρχεί το κίνητρο για εξερεύνηση του άψυχου περιβάλλοντος. Η μητέρα η οποία επιζητά να επικοινωνήσει με το βρέφος της βιώνει απώλεια της διαπροσωπικής επαφής. Προκειμένου να προσελκύσει την προσοχή του βρέφους της σε μία διαπροσωπική επικοινωνία, η μητέρα πρέπει να επιδείξει συμπεριφορές δραματικού χαρακτήρα. Η πιο κατάλληλη από τις συμπεριφορές αυτές είναι τα βρεφικά τραγούδια. Το περιεχόμενο των βρεφικών τραγουδιών συνίσταται σε μία αφήγηση με συγκεκριμένη πλοκή η οποία οδηγεί σε κορύφωση και λύση. Ουσιαστικά τα βρεφικά τραγούδια μεταβιβάζουν μία εναλλαγή συναισθηματικών καταστάσεων. Το πυρηνικό χαρακτηριστικό της μορφής των βρεφικών τραγουδιών είναι η τετράστιχη στροφή, ο κάθε στίχος διαρκεί περίπου 3 δευτερόλεπτα, ενώ η διάρκεια της στροφής είναι 12-15 δευτερόλεπτα. Το τέμπο των βρεφικών τραγουδιών είναι andante, ενώ το λεκτικό τους περιεχόμενο σχηματίζεται από διακριτές συλλαβές που δημιουργούν ένα άκουσμα staccato. Η μελωδία των βρεφικών τραγουδιών οργανώνεται γύρω από ένα τονικό κέντρο από το οποίο η μητέρα παρεκκλίνει διαστήματα 3ης ή 5ης και επανέρχεται πάλι σε αυτό. Προς το τέλος του τραγουδιού ο ρυθμός επιταχύνεται ή επιβραδύνεται, ενώ παρατηρούνται και αντίστοιχες αλλαγές στην ένταση και το ηχόχρωμα της φωνής προκειμένου να επιτευχθεί η κορύφωση και η λύση. Παρόλο που η μορφή και το περιεχόμενο των βρεφικών τραγουδιών που συναντώνται σε διαφορετικές πολιτισμικές κοινότητες επηρεάζονται από τα χαρακτηριστικά της εκάστοτε κουλτούρας, τα θεμελιακά μουσικά χαρακτηριστικά των βρεφικών τραγουδιών που περιγράφηκαν παραπάνω παραμένουν κοινά στα βρεφικά τραγούδια των διαφορετικών πολιτισμικών πλαισίων.
Στις περιπτώσεις όπου η επικοινωνία της μητέρας με το βρέφος της είναι διαταραγμένη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που η μητέρα έχει κατάθλιψη, τότε παρατηρείται αλλοίωση των μουσικών χαρακτηριστικών της διαισθητικής μητρικής ομιλίας και των βρεφικών τραγουδιών. Ο μελωδικός τόνος είναι χαμηλότερος, μονότονος και στερείται φωτεινότητας, ενώ το τέμπο γίνεται πάρα πολύ αργό πλησιάζοντας το largo. Όταν η διαισθητική μητρική ομιλία αλλά και τα βρεφικά τραγούδια παρουσιάζουν αυτά τα χαρακτηριστικά, τα βρέφη εκδηλώνουν έντονη δυσαρέσκεια, κλάμα και τελικά απόσυρση. Κατά συνέπεια η μητέρα δεν μπορεί να επιτύχει ομαλή διαπροσωπική επικοινωνία με το βρέφος της. Σε διαχρονικές μελέτες βρεφών των οποίων οι μητέρες υπέφεραν από κατάθλιψη διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά αυτά στην ηλικία των 5 ετών παρουσίαζαν προβλήματα συναισθηματικής αλλά και νοητικής ανάπτυξης.
Τα δεδομένα των ερευνών της σύγχρονης εξελικτικής ψυχολογίας που παρουσιάστηκαν παραπάνω καταδεικνύουν τη μουσική φύση της άμεσης διαπροσωπικής επικοινωνίας η οποία συνιστά πρωταρχική ανθρώπινη συμπεριφορά και θεμέλιο για τη γνωστική και συναισθηματική ανάπτυξη. Συγκεκριμένα μουσικά χαρακτηριστικά της συμπεριφορά της μητέρας και του βρέφους κατά τη μεταξύ τους επικοινωνία αντανακλούν την υγιή ποιότητα της επικοινωνίας αυτής, ενώ αλλοίωση των χαρακτηριστικών αυτών αντανακλά διαταραχή στη συγκρότηση του εαυτού και στη σχέση εαυτού-άλλου. Η ιδιαίτερη αξία της μουσικοθεραπείας έγκειται στο γεγονός ότι ο θεραπευτής διαμορφώνει ένα πλαίσιο στο οποίο θα λάβει χώρα μία δυναμική και άμεση αλληλεπίδραση με το θεραπευόμενο μέσω του μουσικού αυτοσχεδιασμού ανάλογη με αυτή μεταξύ μητέρας-βρέφους. Το αποτέλεσμα του αυτοσχεδιασμού του θεραπευόμενου θα αποκαλύψει τη νοητική και συναισθηματική του οργάνωση, χωρίς τη μεσολάβηση άλλων μέσων όπως για παράδειγμα της γλώσσας, η οποία προϋποτίθεται σε άλλες μεθόδους ψυχοθεραπείας και η οποία είναι δυνατόν να καλύψει ή να παραποιήσει μέρος της οργάνωσης αυτής. Έχει τονιστεί ότι ο αυτοσχεδιασμός του θεραπευόμενου σε μία μουσικοθεραπευτική συνεδρία είναι η ίδια η έκφραση της ύπαρξής του στον κόσμο (Aldridge, 1989). Με αυτόν τον τρόπο ο θεραπευτής έχει τη δυνατότητα να εντοπίσει την έκταση της διαταραχής στην πρωταρχική της έκφανση και να επιδράσει στην αντιμετώπισή της.

Το έργο του μουσικοθεραπευτή στην πρώιμη παρέμβαση

Ο μουσικοθεραπευτής έχει λάβει ειδική εκπαίδευση στη μουσική αλλά και στις επιστήμες της συμπεριφοράς, ώστε να είναι σε θέση να αναλαμβάνει παιδιά με κάθε είδους αναπτυξιακή διαταραχή. Προκειμένου για την επαύξηση της αποτελεσματικότητας του έργου του, ο μουσικοθεραπευτής οφείλει να συνεργάζεται τόσο με την οικογένεια όσο και με τους άλλους ειδικούς οι οποίοι συμμετέχουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος του συγκεκριμένου παιδιού.
Κατ’ αρχήν ο μουσικοθεραπευτής συμμετέχει στη διάγνωση της αναπτυξιακής διαταραχής. Εφόσον αυτή προσδιοριστεί, ο μουσικοθεραπευτής σχεδιάζει προσεκτικά τη δομή και το περιβάλλον της θεραπευτικής συνεδρίας καθώς και το υλικό το οποίο θα χρησιμοποιηθεί σε αυτή. Κατά το σχεδιασμό της συνεδρίας ο μουσικοθεραπευτής οφείλει να λάβει υπ’ όψιν του τις ακόλουθες αρχές: (α) το σημείο εκκίνησης της θεραπείας θα πρέπει να ορίζεται από το αναπτυξιακό επίπεδο του ίδιου του παιδιού, (β) η περιπλοκότητα των δραστηριοτήτων να αυξάνεται προοδευτικά ανάλογα βέβαια με την πρόοδο που έχει επιδείξει το παιδί, (γ) να χρησιμοποιούνται, στο βαθμό βέβαια που αυτό είναι εφικτό, ερεθίσματα τα οποία από τη φύση τους είναι ενισχυτικά της συμπεριφοράς των παιδιών (π.χ. χαρούμενη μουσική) και (δ) το παιδί να οδηγείται βαθμιαία προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης αυτονομίας, έτσι ώστε να ενδοβάλει τις δεξιότητες που του διδάσκονται αλλά και την ίδια τη μουσική ως μέσο αυτοενίσχυσης.
Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να τονιστεί ότι έργο και στόχος του μουσικοθεραπευτή δεν είναι η διδασκαλία των μουσικών εννοιών του ρυθμού, του τόνου και των δυναμικών και η κατάκτηση από το παιδί μουσικών δεξιοτήτων. Αυτό είναι έργο του δασκάλου της μουσικής. Για το μουσικοθεραπευτή η μουσική είναι το μέσο και όχι ο στόχος. Το μουσικοθεραπευτή πρέπει να τον ενδιαφέρουν εξίσου οι μουσικές αλλά και οι μη μουσικές συμπεριφορές του θεραπευόμενου, διότι αυτές αποτελούν τα δεδομένα για την αξιολόγηση της κατάστασής του ανά πάσα στιγμή. Ακόμη και η οποιαδήποτε μουσική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια μίας μουσικοθεραπευτικής συνεδρίας δε συνιστά ένα αμιγώς μουσικό γεγονός. Η μουσική δραστηριότητα στην προκειμένη περίπτωση έχει ιδιαίτερη επικοινωνιακή αξία και εστιάζεται στη θεραπευτική διαδικασία.
Πρακτικές μουσικοθεραπείας
Η Δομή της Συνεδρίας
Μία μουσικοθεραπευτική συνεδρία μπορεί ανάλογα με την περίπτωση να είναι ατομική ή ομαδική. Η δομή μίας συγκεκριμένης μουσικοθεραπευτικής συνεδρίας διαμορφώνεται επίσης με βάση το είδος της αναπτυξιακής διαταραχής την οποία ο θεραπευτής καλείται να αντιμετωπίσει, ως προς τον άξονα καθοδηγητική – μη-καθοδηγητική συμπεριφορά του θεραπευτή. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις παιδιών με αυτισμό ή άλλες διαταραχές αυτιστικού τύπου οι οποίες συχνά χαρακτηρίζονται από απουσία λεκτικής συμπεριφοράς καθώς και έντονες τάσεις απομόνωσης, ο θεραπευτής οριοθετεί μεν την έναρξη και τη λήξη της συνεδρίας στο υπόλοιπο διάστημα όμως επιτρέπει στο παιδί να δράσει ελεύθερα και να ανταποκριθεί το ίδιο εάν το θελήσει, στο άκουσμα του μουσικοθεραπευτή. Η οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους του μουσικοθεραπευτή να επικοινωνήσει με ένα παιδί που υποφέρει από τέτοιου είδους διαταραχή είναι πολύ πιθανό να το οδηγήσει σε μεγαλύτερη απόσυρση. Από την άλλη πλευρά, ένα παιδί που παρουσιάζει συναισθηματικές διαταραχές μπορεί να αισθανθεί πιο χαλαρά και να συγκεντρωθεί περισσότερο σε από κοινού δραστηριότητες σε μία δομημένη συνεδρία όπου ο μουσικοθεραπευτής προτείνει συγκεκριμένες δραστηριότητες.
Οι δραστηριότητες που συνήθως περιλαμβάνονται σε μία μουσικοθεραπευτική συνεδρία μεμονωμένα ή σε συνδυασμό είναι το τραγούδι, η κίνηση στο ρυθμό της μουσικής, η ακρόαση, η εκτέλεση απλών μουσικών έργων και ο αυτοσχεδιασμός.
Το Υλικό
Το υλικό που χρησιμοποιείται στις μουσικοθεραπευτικές συνεδρίες περιλαμβάνει παιδικά τραγούδια ή οργανικά κομμάτια συγκεκριμένων συνθετών ή παραδοσιακά. Ανάλογα με το περιεχόμενο και συνακόλουθα και τη λειτουργία που επιτελούν συναντούμε ποικίλα είδη παιδικών τραγουδιών ή οργανικών κομματιών τα οποία χρησιμοποιούνται στη μουσικοθεραπεία: τραγούδια χαιρετισμού (καλωσόρισμα ή αποχαιρετισμός), αφηγηματικά, εκδραμάτισης, κίνησης, τραγούδια που περιέχουν γλωσσικές ή αριθμητικές έννοιες (π.χ. αντίθετα, καταμέτρηση) καθώς και τραγούδια αλλά και μουσικά κομμάτια τα οποία χρησιμοποιούνται για να ηρεμήσουν τα παιδιά.

Η προσφορά της μουσικοθεραπείας στην αντιμετώπιση αναπτυξιακών διαταραχών

Η μουσικοθεραπεία έχει αποδειχθεί εξαιρετικά επιβοηθητική σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις αναπτυξιακών ή άλλων διαταραχών οι οποίες εμφανίζονται κατά την προσχολική ηλικία όπως ο αυτισμός, το σύνδρομο Down, η νοητική καθυστέρηση, η υπερκινητικότητα, οι αγχώδεις διαταραχές ή προβλήματα κατάκτησης της γλώσσας. Η θετική επίδραση της μουσικοθεραπείας μπορεί να εντοπιστεί ειδικότερα στις παρακάτω μορφές συμπεριφοράς:
1. Βελτίωση των αδρών και λεπτών κινητικών δεξιοτήτων: Η μουσικοθεραπεία προσφέρει πάρα πολλές ευκαιρίες για κινητικές δραστηριότητες ποικίλης δυσκολίας. Ο ρυθμός κινητοποιεί και δίνει ενέργεια σε έναν οργανισμό να αρχίσει και να σταματήσει μία κίνηση. Κατ’ αρχήν είναι σημαντική η απλή συμμετοχή του παιδιού σε τέτοιου είδους δραστηριότητες. Αργότερα όταν βελτιωθεί ο έλεγχος των κινήσεων, το παιδί ενθαρρύνεται να συντονίζει τις κινήσεις του με το ρυθμό της μουσικής. Συγκεκριμένες κινητικές δραστηριότητες διευκολύνουν τη λειτουργία του κυκλοφοριακού συστήματος και αυξάνουν το μυϊκό τόνο.
2. Βελτίωση του συντονισμού ματιού-χεριού: H εκτέλεση ενός απλού μουσικού έργου σε ένα μουσικό όργανο απαιτεί το συντονισμό ματιού-χεριού. Κάθε φορά που το παιδί εκτελεί με επιτυχία μία τέτοιου είδους συντονισμένη κίνηση, η μουσική που το ίδιο παράγει το ενισχύει να επαναλάβει την κίνηση αυτή. Μέσω της εξάσκησης δυναμώνουν οι μύες του χεριού και του ματιού και έτσι διευκολύνεται ο μεταξύ τους συντονισμός.
3. Βελτίωση της ικανότητας για ακουστική διάκριση: Προϋπόθεση για την κατανόηση του λόγου είναι η ικανότητα διάκρισης μεταξύ των ήχων. Συγκεκριμένα μουσικά παιχνίδια στο πλαίσιο της μουσικοθεραπείας απαιτούν από το παιδί να διακρίνει μεταξύ ήχων με σύντομη και μεγαλύτερη διάρκεια, χαμηλή ή υψηλή ένταση, χαμηλό ή υψηλό τόνο. Η εξάσκηση της ικανότητας διάκρισης ήχων που επιτυγχάνεται στη μουσικοθεραπεία μπορεί να επαυξήσει την προσφορά της λογοθεραπείας.
4. Αύξηση της διάρκειας της προσοχής: Εξαιτίας του γεγονότος ότι η μουσική είναι μία δραστηριότητα δομημένη στο χρόνο, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει και μία ποικιλία ευχάριστων αισθητηριακών ερεθισμάτων μπορεί να παρατείνει τη διάρκεια της προσοχής του παιδιού.
5. Βελτίωση των επικοινωνιακών δεξιοτήτων: Προϋπόθεση για μία οικεία διαπροσωπική επαφή είναι το μοίρασμα θετικών και αρνητικών συναισθημάτων. Παιδιά που υποφέρουν από αναπτυξιακές διαταραχές έχουν περιορισμένες επικοινωνιακές δεξιότητες οι οποίες δεν τους επιτρέπουν να εκφράσουν τα κάθε είδους συναισθήματα που βιώνουν, όπως και τα φυσιολογικά παιδιά. Η μουσική συνιστά ένα μη απειλητικό μέσο με το οποίο τα παιδιά μπορούν να εκφράσουν με αμεσότητα τα συναισθήματά τους.
Μία άλλη σημαντική πτυχή της επικοινωνιακής διαδικασίας είναι ο συντονισμός σε μία ακολουθία όπου η έκφραση του ενός ακολουθεί την έκφραση του άλλου χωρίς παρεμβολές. Παιδιά τα οποία υποφέρουν από συναισθηματικές ή διαταραχές στην επικοινωνία, στερούνται της ικανότητας τέτοιου συντονισμού. Στο πλαίσιο της μουσικοθεραπείας το παιδί κινητοποιείται να συμμετάσχει σε μία επικοινωνιακή αλληλεπίδραση, η οποία στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να λάβει τη μορφή της εκτέλεσης ενός απλού μουσικού έργου ή του αυτοσχεδιασμού. Επειδή το ηχητικό αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα ευχάριστο για το παιδί, όπως και όλη η διαδικασία, ενεργοποιείται ο έλεγχος της αυτοέκφρασης, προκειμένου να επιτευχθεί ο συντονισμός με τις εκφράσεις των άλλων μετεχόντων. Με αυτό τον τρόπο το παιδί καλλιεργεί την ικανότητά του να διατηρεί μία επικοινωνιακή συναλλαγή. Επιπλέον, μαθαίνει να υπακούει σε οδηγίες, ενώ αρχίζει και το ίδιο να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες επικοινωνίας. Στο σύνολό τους οι δραστηριότητες που περιγράφηκαν παραπάνω οδηγούν το παιδί στην καλύτερη κατανόηση των προθέσεων και των συναισθημάτων των άλλων.
Η αμοιβαία κατανόηση και το μοίρασμα συναισθημάτων, προθέσεων και ενδιαφερόντων συνιστούν τη βάση της συνεργατικής επικοινωνίας. Η συνεργατική επικοινωνία με τη σειρά της αποτελεί το έρεισμα για τη διαμόρφωση των συμβόλων, την κατάκτηση της γλώσσας και της πολιτισμικής δημιουργίας. Ευρήματα της σύγχρονης εξελικτικής ψυχολογίας και ψυχογλωσσολογίας καταδεικνύουν ότι η συνεργατική επικοινωνία εκδηλώνεται για πρώτη φορά στην ηλικία των 9 μηνών, δηλαδή λίγο πριν την εμφάνιση των πρώτων αναγνωρίσιμων λέξεων. Τα παιδιά σε αυτή την ηλικία δεν χρησιμοποιούν αναγνωρίσιμο λόγο, είναι όμως ικανά μέσω συνδυασμού χειρονομιών, βλέμματος, εκφράσεων του προσώπου καθώς και των προσωδιακών χαρακτηριστικών των φωνοποιήσεών τους να εκφράσουν λειτουργίες όπως η ‘δείξη’, η ‘προσταγή’, ή να ζητήσουν κάτι. Μετά την κατάκτηση των συγκεκριμένων μορφών του γλωσσικού συστήματος οι λειτουργίες αυτές θα εκφράζονται μέσω συντακτικών δομών. Συνεπώς, βελτιώνοντας την ικανότητα για συνεργατική επικοινωνία η μουσικοθεραπεία συμβάλλει μέσω και μίας άλλης οδού στην αντιμετώπιση προβλημάτων κατάκτησης της γλώσσας.
Η Ένταξη Παιδιών με Αναπτυξιακές Διαταραχές σε Προσχολικές Τάξεις Φυσιολογικών Παιδιών με τη βοήθεια Μουσικών Δραστηριοτήτων
Δεδομένα σχετικών ερευνών υποστηρίζουν τη θέση ότι τα παιδιά είναι περισσότερο δεκτικά στη διαφορετικότητα μεταξύ των ανθρώπων σε σχέση με τους ενήλικες. Επιπλέον, έχει διαπιστωθεί ότι η ένταξη παιδιών με αναπτυξιακές διαταραχές σε περιβάλλοντα προσχολικής αγωγής με φυσιολογικά παιδιά όχι μόνο δεν παρεμποδίζει την ανάπτυξη των τελευταίων αλλά αντίθετα έχει θετικές επιδράσεις στην ανάπτυξη τόσο των φυσιολογικών όσο και των παιδιών με αναπτυξιακές διαταραχές. Τα οφέλη που αποκομίζουν τα παιδιά εντοπίζονται κυρίως στην ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, στην καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης, στην αύξηση της διαθεσιμότητας περιβαλλοντικών ερεθισμάτων καθώς και σε περισσότερο θετικές στάσεις των φυσιολογικών παιδιών προς τα παιδιά με αναπτυξιακές διαταραχές. Τα παραπάνω οφέλη αποκομίζονται μέσω συχνών δομημένων επικοινωνιακών αλληλεπιδράσεων, οι οποίες με τη σειρά τους μπορούν να ενισχυθούν από μία ποικιλία μουσικών δραστηριοτήτων συμβατών με την ηλικία, όπως το τραγούδι, οι οργανικές μουσικές εκτελέσεις, η ακρόαση καθώς και η κίνηση στο ρυθμό της συγκεκριμένης μουσικής.
Στη βάση των προαναφερθεισών παραδοχών πραγματοποιήθηκε από την Hughes και τους συνεργάτες της (1990) ένα πιλοτικό πρόγραμμα το οποίο είχε ως στόχο να εξετάσει την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης μέσω της μουσικής στην ένταξη παιδιών με αναπτυξιακές διαταραχές σε τάξεις προσχολικής αγωγής φυσιολογικών παιδιών. Διαμορφώθηκαν τέσσερις ομάδες σε τέσσερα διαφορετικά νηπιαγωγεία στις οποίες συμμετείχαν φυσιολογικά παιδιά και αντίστοιχα παιδιά με βαριά νοητική και κινητική υστέρηση, παιδιά με προβλήματα ακοής και παιδιά με ποικίλες άλλες αναπτυξιακές διαταραχές. Επίσης, στο πρόγραμμα συμμετείχαν μουσικοθεραπευτές, οι νηπιαγωγοί καθώς και το βοηθητικό προσωπικό. Το μουσικό υλικό αποτελείτο από τραγούδια και οργανικά έργα παραδοσιακά αλλά και συγκεκριμένων συνθετών, τα οποία ενθάρρυναν το ενδιαφέρον και τη συμμετοχή σε ποικίλες ομαδικές δραστηριότητες (π.χ. κίνηση, εκδραμάτιση, εκτέλεση απλού μουσικού έργου με πολλά όργανα). Μετά από τρεις συνεδρίες μουσικοθεραπείας για κάθε ομάδα, οργανώθηκε μία γιορτή όπου η κάθε ομάδα παρουσίασε τη δική της αγαπημένη μουσική δραστηριότητα σε κοινό δασκάλων, γονέων και των άλλων παιδιών.
Το πρόγραμμα κρίθηκε εξαιρετικά επιτυχές για την προσφορά του τόσο στα ίδια τα παιδιά όσο και στο εκπαιδευτικό και βοηθητικό προσωπικό. Πιο συγκεκριμένα, τα παιδιά απέκτησαν μεγαλύτερη επίγνωση της διαφορετικότητας μεταξύ των ατόμων γεγονός που εκδηλώθηκε με την αύξηση των αυθόρμητων φιλικών και εκδηλώσεων αρωγής προς τα παιδιά με αναπτυξιακές διαταραχές αλλά και την αύξηση των ομαδικών δραστηριοτήτων όχι μόνο κατά τη διάρκεια του προγράμματος αλλά και μετά τη λήξη του. Επιπλέον, στο πλαίσιο που διαμορφώθηκε από τις μουσικές δραστηριότητες τόσο τα φυσιολογικά παιδιά όσο και οι νηπιαγωγοί και το βοηθητικό προσωπικό διδάχθηκαν τρόπους αντιμετώπισης ορισμένων από τις ανάγκες των παιδιών με αναπτυξιακές διαταραχές. Για παράδειγμα, ορισμένα παιδιά έμαθαν να μετακινούν την αναπηρική καρέκλα, ενώ άλλα έμαθαν να χρησιμοποιούν τη νοηματική γλώσσα την οποία μάλιστα ήταν πρόθυμα να διδάξουν στους γονείς αλλά και τους άλλους συμμαθητές τους. Σύμφωνα με τους συντελεστές του προγράμματος η επιτυχία του επιβάλλει τη συνέχιση και την επέκταση της εφαρμογής του.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου