Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

ΘΕΜΑΤΑ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΜΜΕ - Δημοσιογραφικός οδηγός για θέματα ανθρώπων με αναπηρία



 ΘΕΜΑΤΑ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΜΜΕ

Δημοσιογραφικός οδηγός για θέματα ανθρώπων με αναπηρία


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τι σημαίνει προσβασιμότητα στους ανθρώπους με αναπηρία του περιεχομένου των ΜΜΕ

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΗΡΙΑ
Η αναπηρία στην ελληνική σκέψη και παράδοση
Νέα γενιά και αναπηρία – η μεταφορά των στερεοτύπων
Η δημοσιογραφική αμηχανία έναντι των θεμάτων αναπηρίας
Εξερευνώντας τις πηγές των αρνητικών στάσεων

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΘΕΤΙΚΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ
Ορολογία δήθεν θετικής παρουσίασης
Η εσφαλμένη προβολή των μεμονωμένων περιπτώσεων

ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΚΟΙΝΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ

ΑΝΙΧΝΕΥΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΗΝ ΣΧΕΣΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΜΜΕ
Η αιρετική – συγκρουσιακή άποψη

ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΜΜΕ : ΤΙ ΛΕΕΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΑΝΑΠΗΡΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ
 Κείμενο διακήρυξης θέσεων και προτάσεων

ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ
Ο κυπριακός Ραδιομαραθώνιος

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ “ ΠΑΓΩΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ” ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ

Η ΕΝΝΟΙΑ – ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΟΥ MAINSTREAMING

ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΠΗΡΙΑ
Χρησιμοποιείτε – Αποφεύγετε
Δυό όροι ψευδείς που ... μοάζουν αληθείς

ΕΠΙΛΟΓΟΣ - ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ  








ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τι σημαίνει προσβασιμότητα περιεχομένου
Η τεχνική προσβασιμότητα έχει να κάνει με την εξασφάλιση όλων εκείνων των τεχνολογικών δυνατοτήτων / προδιαγραφών που καθιστούν δυνατή την πρόσβαση των ανθρώπων με αναπηρία στο περιεχόμενο των ΜΜΕ. Η προσβασιμότητα του περιεχομένου έχει να κάνει με την τήρηση βασικών κριτηρίων ώστε το περιεχόμενο των ΜΜΕ να μην προσβάλλει τον χρήστη με αναπηρία και την δικαιωματική προσέγγιση των θεμάτων αναπηρίας που το διεθνές αναπηρικό κίνημα επιτακτικά αξιώνει τις τελευταίες δεκαετίες.
Η προσβασιμότητα περιεχομένου των ΜΜΕ δεν είναι αδόκιμος όρος που αυθαίρετα επιλέχτηκε από τους συγγραφείς του παρόντος Οδηγού. Εχει επιβληθεί στην ατζέντα της δημόσιας συζήτησης από το διεθνές αναπηρικό κίνημα , ενώ όσα την ορίζουν αποτυπώνονται σε πλήθος νομοθετημάτων, κανόνων και οδηγιών που αφορούν την ευρύτερη δικαιωματική προσέγγιση των θεμάτων αναπηρίας. Κορυφαία πράξη θεσμικής και πολιτικής νομιμοποίησης των οριζομένων ως προσβασιμότητα περιεχομένου είναι η σαφής αποτύπωσή τους στους πρότυπους για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία (ΑμεΑ) κανόνες του ΟΗΕ που ψηφίστηκαν προ διετίας από το σύνολο των πολιτισμένων κρατών του πλανήτη μας.
Αρα, η προσβασιμότητα του περιεχομένου των ΜΜΕ στους ανθρώπους με αναπηρία είναι μιά πανθομολογημένη (θεσμικά και πολιτικά) αναγκαιότητα, τα δε ΜΜΕ στην μεγάλη πλειοψηφία τους είναι εγκαλούμενα για αδυναμία κατανόησης και υπηρέτησής της. Πως ορίζεται η προσβασιμότητα περιεχομένου; Ως στρατηγική παρουσίασης των θεμάτων αναπηρίας που στο ελάχιστο δεν αναπαράγει το φιλανθρωπικό/πατερναλιστικό πρότυπο επικοινώνησης της αναπηρίας. Ως τρόποι παρουσίασης που επ’ ουδενί δεν διολισθαίνουν στην παρουσίαση των προσώπων με αναπηρία ως αντικειμένων φιλανθρωπίας (πατερναλιστική προσέγγιση) αλλοιώνοντας τον αληθή κοινωνικό ρόλο τους ως ισότιμων υποκειμένων δικαιωμάτων (σύγχρονη προοδευτική προσέγγιση). 
Με πολύ απλά λόγια , δε νοείται αληθής προσβασιμότητα των ΜΜΕ στα ΑμεΑ αν δεν συντίθεται από την τεχνική προσβασιμότητα και την προσβασιμότητα περιεχομένου. Ενα ΜΜΕ που διαθέτει όλες τις τεχνολογικές δυνατότητες και προδιαγραφές ώστε να είναι τεχνικά προσβάσιμο στους ανθρώπους με αναπηρία, αν δεν διαθέτει αληθώς προσβάσιμο περιεχόμενο – δηλαδή περιεχόμενο που αναδεικνύει τον αληθή κοινωνικό ρόλο των ΑμεΑ ως ισότιμων υποκειμένων δικαιωμάτων – στην πράξη αυτοαναιρείται . Είναι τύποις και ουσία αντιφατικό, να προσφέρεται πλήρης δυνατότητα εισόδου (πρόσβασης) στο περιεχόμενο για τους ανθρώπους με αναπηρία όμως το περιεχόμενο να είναι κάθετα προσβλητικό γι’ αυτούς.
Υπό την τελευταία έννοια ο Δημοσιογραφικός Οδηγός για θέματα αναπηρίας που περιλαμβάνει όλα τα βασικά κριτήρια προσβασιμότητας περιεχομένου  αποτελεί εργαλείο κάτι παραπάνω από αναγκαίο για τους επαγγελματίες των ΜΜΕ που θέλουν συνειδητά να προασπιστούν δια της γραφής , της εικόνας και του λόγου τους, την τιμή των ΜΜΕ έναντι του διεθνούς αναπηρικού κινήματος και των ανθρώπων με αναπηρία. Αποτελεί, επίσης, εργαλείο για όλους όσους επί σειρά ετών αγωνίζονται σε Κύπρο και Ε.Ε. για την δικαιωματική προσέγγιση των θεμάτων αναπηρίας και αντιστέκονται στην υποτίμηση και ετεροπροσδιορισμό δια των ΜΜΕ του κοινωνικού ρόλου των ΑμεΑ. Κατά μείζονα λόγο, αποτελεί ή μπορεί να αποτελέσει εργαλείο για το ενεργό αναπηρικό κίνημα της Κύπρου στην προσπάθειά του να επιβάλλει τρόπους ισοτιμίας στον τρόπο παρουσίασης από τα ΜΜΕ θεμάτων αναπηρίας.     
Η δομή του Οδηγού θα ακολουθήσει σε γενικές γραμμές τις συνταγές αντίστοιχου Οδηγού που είχε προ τετραετίας δημιουργηθεί με χρηματοδότηση της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης – Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας (ΓΓΕ – ΓΓΕ) της Ελλάδας, στα πλαίσια σειράς ετήσιων διεθνών συνεδρίων με θέμα “Αναπηρία και ΜΜΕ” (2006 – 2009). Θα υπάρξει ειδική αναφορά στα διαχρονικά στερεότυπα και προκαταλήψεις περί την αναπηρία ώστε να γίνει αντιληπτό το χρονικό βάθος των στερεοτυπικών αντιλήψεων, παρουσιάσεων και απεικονίσεων της αναπηρίας. Θα παρουσιαστούν οι απόψεις του σύγχρονου αναπηρικού κινήματος για την σχέση αναπηρίας και ΜΜΕ όπως αυτές αποτυπώνονται σε διεθνή συνέδρια και καταγράφονται σε διακηρυκτικά κείμενα. Θα αποδοθεί το προϊόν της επιστημονικής διερεύνησης των αρνητικών στάσεων για την αναπηρία όπως έχει καταγραφεί από εξειδικευμένους επιστήμονες. Θα εξηγηθούν τα βαθύτερα “γιατί” των λεγόμενων Κακών και Καλών Πρακτικών ώστε να μην είναι στεγνή και αναιτιολόγητη η παράθεσή τους. Θα υπάρξει ειδική μνεία στην αποδεκτή και μη αποδεκτή ορολογία. Τέλος, θα δοθούν προς εφαρμογή οι συμπυκνωμένες προτάσεις άμεσης βελτίωσης του περιεχομένου των ΜΜΕ που αφορά θέματα αναπηρίας όπως προκύπτουν από την αξιολόγηση όλων των προηγουμένων.    



ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ
Η “μέση εικόνα” του ανθρώπου με αναπηρία όπως προβάλλεται/επικοινωνείται από τα ΜΜΕ – οι όποιες εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα – είναι ψευδής. Κινείται σε δυό αντιδιαμετρικά πλην όμως αλληλοσυμπληρωματικά άκρα και εξαιρεί/αγνοεί προκλητικά τον μέσο άνθρωπο με αναπηρία, δηλαδή την συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων με αναπηρία. Η εστίαση του μηνύματος γίνεται αποκλειστικά και μόνο στην αναπηρία που ορίζεται να καθορίζει αποκλειστικά και μονοδιάστατα την ανθρώπινη ταυτότητα , ο δε άνθρωπος με αναπηρία επικοινωνείται ως a-priori δυστυχής ελέω της αναπηρίας του (πρώτο άκρο). Η αντιδιαμετρική συμπλήρωση του άκρου αυτού (δεύτερο άκρο) είναι η παραγωγή του ενοχικού μηνύματος περί “ήρωα της ζωής που κατακτά την άτυχη μοίρα του”, το οποίον επίσης παραχαρράσει/αλλοιώνει την πραγματικότητα της ζωής των ανθρώπων με αναπηρία.
Το ψεύδος της εικόνας των ΑμεΑ που παράγουν τα ΜΜΕ αντανακλά χρόνια ριζωμένες κοινωνικές προκαταλήψεις και στερεότυπα. Η ψευδής δημόσια εικόνα που διαχρονικά έχει ετεροπροσδιορίσει τους ανθρώπους με αναπηρία και συνδέεται με τα ανά εποχή αντιδραστικά/πατερναλιστικά πρότυπα κατανόησης της προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας των ΑμεΑ αποτυπώνεται στην λογοτεχνία με τον πλέον εμφατικό τρόπο. Ενδεικτικές έρευνες που αφορά το λογοτεχνικό προϊόν  απολήγουν σε συγκεκριμένα στοιχεία – παραδείγματα επικοινώνησης της αναπηρίας που κρίνουμε χρήσιμο να παραθέσουμε :
  • Ο τραγωδός Ευρυπίδης (485 – 407 π.χ.) αποδίδει χαρακτήρες με αναπηρία σε μεγαλύτερη συχνότητα από όλους τους κλασσικούς της αρχαίας Ελλάδας. Το ένα τρίτο των έργων του σε κεντρικούς ρόλους έχουν ήρωες με αναπηρία .
  • Η αντίστοιχη αναλογία για λογοτεχνικούς χαρακτήρες της περιόδου 1550 – 1950 από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία είναι : Κάρολος Ντίκενς (1812 – 1870 μ.χ.)  87,5%. Αιμίλιος Ζολά (1840 – 1912) 50%, Λέων Τολστόι (1828 – 1910) 43%, Ουίλιαμ Σαίξπηρ (1564 – 1616) 16,7%.
Τα παραπάνω στοιχεία (δημοσιεύονται στην διατριβή με τίτλο ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑ του έλληνα βουλευτή με απώλεια όρασης Παναγιώτη Κουρουμπλή) είναι ποσοτικά, πλην όμως και εξαιρετικά χρήσιμα. Αποδεικνύουν ότι στην προ κυριαρχίας ΜΜΕ εποχή, οι σχετιζόμενοι με την αναπηρία χαρακτήρες περιλαμβάνονταν σε σημαντικά ποσοστά στην λογοτεχνική – καλλιτεχνική επικοινωνία. Με αυτό ως δεδομένο αποκτά ουσιώδη σημασία η ποιοτική αξιολόγηση της επικοινωνούμενης εικόνας τους. Την προσεγγίζουμε μέσα από τους πλέον προβεβλημένους λογοτεχνικούς χαρακτήρες με αναπηρία :
  • Στο έργο του Σαίξπηρ “Ο βασιλιάς Ριχάρδος ο Γ ”που γράφτηκε τις χρονιές 1592-1593, ο Ριχάρδος που είχε κυφοσκωλίωση και χωλότητα εξαιτίας ανισοσκελίας παρουσιάζεται ως πανούργος με σαφείς συσχετισμούς με την αναπηρία και εντέλει δολοφόνος.
  • Στο έργο “Moby Dick” του Η. Μelybille (1819 – 1891) , ο ήρωας καπετάνιος Ahab με ακρωτηριασμό ενός σκέλους που καταδίωκε τον Moby Dick, περιγράφεται σαν υπέρμετρα σκληρός και εμφανώς “τρελός” καπετάνιος του πλοίου του.
  • Στο έργο “Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι”, ο D.H. Lawrence (1883 – 1930) επιχειρεί να αναδείξει τα κρίσιμα ψυχολογικά χαρακτηριστικά της ηρωίδας του και να την δικαιώσει, μέσω της παραπληγίας του συζύγου της. Δεν επιθυμούσε να τον αγγίξει και αρνείτο να αγγιχτεί απ’ αυτόν διότι θεωρούσε ότι δεν διαθέτει ψυχή/ζωή.
  • Χαρακτήρας της Γαλλίας του 15ου αιώνα ο κλασικός Κουασιμόδος, ήρωας του έργου “Η Παναγία των Παρισίων” του Β. Ουγκώ (1802 – 1885), περιγράφεται ως καμπούρης, παραμορφωμένος, αποκρουστικός, φτωχός, ακραία περιφρονημένος και θύμα διαρκούς βίας, πλην όμως ιδιαίτερα ευαίσθητος και καλόψυχος.
  • Ο Σώμεστερ Μωμ (1874 – 1965) στο έργο του “Οf human bondage” επινοεί την στρεβλοποδία του Φιλίππου ως αιτία και σύμβολο της πικρής, συγχισμένης και διαστρεβλωμένης φύσης του. 
Εξ’ αντικειμένου οι τρόποι παρουσίασης των ανθρώπων με αναπηρία στην κλασική λογοτεχνία αντανακλούν κοινωνικά στερεότυπα της κάθε εποχής . Ολα τα παραδείγματα που παρατίθενται παραπάνω και δεκάδες άλλα που παραλείπονται εδραιώνουν μιά σαφή διαπίστωση : Το στερεοτυπικό σχήμα σύμφωνα με τα όρια (σκέψης) του οποίου η αναπηρία καθορίζει την συνολική (προσωπική και κοινωνική) ταυτότητα του ατόμου είναι σε όλες τις εκδοχές του κυρίαρχο επί σειρά αιώνων. Επ’ αυτού, άλλωστε ομονοούν σημαντικοί ερευνητές. Ο αμερικανός Elliot το 1982 – χαρακτηριστικό παράδειγμα – εκτιμά ότι η λογοτεχνία έχει υπάρξει διαχρονικά ο κυριότερος “προμαχώνας παραπληροφόρησης” αναφορικά με την αναπηρία και τους ανθρώπους με αναπηρία. Το κρίσιμο συμπέρασμα που εκπορεύεται και που άπαντες οι ενδιαφερόμενοι να συμβάλλουν στην απενοχοποίηση του δημόσιου λόγου οφείλουν να συγκρατήσουν έχει ως εξής : Η απαλλλαγή από τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα στον τρόπο δημόσιας παρουσίασης θεμάτων αναπηρίας δεν είναι εύκολη υπόθεση, απαιτεί σοβαρή δουλειά και κόπο.
Η ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ : Βασικοί χαρακτήρες και ρόλοι μπολιασμένοι στην ελληνική σκέψη και παράδοση αναπαράγουν τον ρατσιστικό μύθο περί a-priori αναπηρικής δυστυχίας (αναπηρία = δυστυχία) και αναδεικνύουν τον στιγματισμό ως κατ’ εξοχήν εκδοχή της δημόσιας επικοινωνίας του ανθρώπου με αναπηρία. Επί παραδείγματι :
  • Ο κλασικός Ζητιάνος του Ανδρέα Καρκαβίτσα , ένας από τους πιό χαρακτηριστικούς ήρωες με αναπηρία στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, σκιαγραφείται ως άνθρωπος που συνειδητά προκαλεί ο ίδιος την αναπηρία του για λόγους οικονομικής επιβίωσης. Ως αντιστάθμισμα του κοινωνικού ψεύδους του επικοινωνείται ο χλευασμός εις βάρος του από τον κοινωνικό περίγυρο.
  • Στην αρχαία ελληνική μυθολογία ο θεός της φωτιάς Ηφαιστος περιγράφεται να έχει “μαραμένα” κάτω άκρα και να αποτελεί αντικείμενο κοροϊδίας σε συμπόσιο των θεών ελέω της αναπηρίας του.
  • Στο θέατρο σκιών Καραγκιόζης που από τα τέλη του 19ου αιώνα γνώριζε ευρύτατη διάδοση στην Ελλάδα (ακολούθως και στην Κύπρο) οι χαρακτήρες με αναπηρία αντιμετωπίζονται περιπαικτικά με διαρκή και σκληρό τρόπο. Επ’ αυτού αναλυτικά περιγράφει το βιβλίο του ερευνητή Χρ. Σκιαδά “Τα καθυστερημένα άτομα στην ελληνική κοινωνία” – έκδοση 1980.
  • Μιά ειδική μνεία στους κλασικότερους των κλασικών αρχαίους τραγωδούς και ποιητές κρίνεται απαραίτητη μέσα από τα δύο χαρακτηριστικότερα παραδείγματα. Ο Σοφοκλής αξιολογεί την τυφλότητα του Οδυσσέα ως τιμωρία για τις πράξεις του : εξισώνει την κατ’ αυτόν ηθική με την φυσική τυφλότητα και εξηγεί πως φυσιολογική (νομοτελειακή) κατάληξη της πρώτης είναι η δεύτερη. Ο Ομηρος, από την άλλη, αποδίδει στον τυφλό άνθρωπο ειδικές μαντικές ικανότητες (ενόραση του μέλλοντος): παρών σε όλα τα έργα του ο τυφλός άνθρωπος ασκεί μαντικό ρόλο. Γενικότερα, οι σημαντικότεροι μάντεις και ιέρειες της μαντικής στην αρχαία ελληνική μυθολογία και ποίηση είναι πρόσωπα με τυφλότητα.
Η τελευταία ειδική μνεία οδηγεί σε μιά κρίσιμη παρατήρηση – συμπέρασμα : Τόσο η αιτιολογική προσέγγιση του Σοφοκλή όσο και η προσέγγιση του Ομήρου, διαπνέονται με τρόπο απόλυτο από το μεταφυσικό στοιχείο. Το δεδομένο αυτό που εκπορεύεται από την ανάλυση έργου δυό εξαιρετικά μεγάλων φυσιογνωμιών των αρχαίων ελληνικών χρόνων είναι κρίσιμο, διότι απηχεί την ελληνική σκέψη όπως επηρεάστηκε και διαμορφώθηκε στο διάβα των αιώνων. Και αποδεικνύει ότι η ελληνική σκέψη για την αναπηρία και τον άνθρωπο με αναπηρία έντονα χαρακτηρίζεται από μυθολογικά στοιχεία.
ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΠΗΡΙΑ : Το επικοινωνιακό προϊόν που απευθύνεται κατά κύριο λόγο στις νέες γενιές ανθρώπων είναι εξίσου κρίσιμο προς ανάλυσιν, με κριτήριο το εάν αναπαράγει ή όχι στερεοτυπικές αντιλήψεις για την αναπηρία και τους ανθρώπους με αναπηρία. Η εύρεση αξιόπιστου ερευνητικού υλικού προς αξιολόγησιν του συγκεκριμένου ερωτήματος είναι δυσχερής υπόθεση δεδομένου ότι το υλικό αφορά αυστηρά το ενεργό παρόν. Επιλέξαμε δυό κατηγορίες υλικού, τις κατά τεκμήριον πιό αξιόπιστες.
  • Στις σχετικά προηγμένες εκπαιδευτικά σε θέματα ανθρώπων με αναπηρία ΗΠΑ (δεκαετίες 80 και 90), τρείς συγκλίνουσες επιστημονικές έρευνες απέδειξαν ότι οι σχολικές βιβλιοθήκες παραπλανούν τους μαθητές σε σχέση με την αληθή εικόνα της αναπηρίας. Η συντριπτική πλειονότητα των μυθιστορημάτων που προτείνονταν στους μαθητές αναπαρήγαγαν την ψευδή στερεοτυπική εικόνα για τον άνθρωπο με αναπηρία, ενώ από την επιλογή βιβλίων απουσίαζαν ολοκληρωτικά τα έστω λιγοστά που εμπεριέχουν αληθή γνώση για την αναπηρία. Εντύπωση προκαλεί το ότι η κατάσταση παρουσιάζεται χειρότερη σε σχολεία που φιλοξενούν σημαντικό αριθμό μαθητών με αναπηρία.
  • Δεύτερη κατηγορία υλικού τα κόμικς, η έρευνα αφορά υλικό προ του 2000. Τα κόμικς, λοιπόν, που κατά τεκμήριο απευθύνονται στη νέα γενιά, ξεκάθαρα ενισχύουν την μεταφυσική αντίληψη ότι τα εξωτερικά χαρακτηριστικά και οι όποιες κινητικές, νοητικές ή αισθητηριακές μειονεξίες, χαρακτηρίζουν καθοριστικά την ταυτότητα ενός ανθρώπου. Η εικόνα για τους ΑμεΑ στα κόμικς είναι στερεοτυπική. Τα βασικά τεκμήρια της έρευνας έχουν ως εξής: Οι κατ’ εξοχήν κακοί χαρακτήρες κόμικς είναι οι ανάπηροι με παραμορφώσεις άκρων σε ποσοστό 75%, στην συγκεκριμένη κατηγορία δεν υπάρχουν ουδέτεροι χαρακτήρες, το λοιπό 25% είναι καλοί . Ουδέτεροι χαρακτήρες δεν υπάρχουν (ποσοστό ... 0%) σε καμμιά κατηγορία αναπηρίας, το 57% των ανθρώπων με αναπηρία στα κόμικς ειναι κακοί και το 43% καλοί. Αντίθετα στους χαρακτήρες χωρίς αναπηρία καλοί – κακοί – ουδέτεροι είναι ισόρροπα κατανεμημένοι (45 – 20 – 35%)
Τα συμπεράσματα ευνόητα : Αφενός, οι κακοί με αναπηρία είναι τριπλάσιοι ως ποσοστό από τους μη αναπήρους κακούς. Αφετέρου, επ’ ουδενί ένας άνθρωπος με αναπηρία δεν επικοινωνείται με ουδέτερο τρόπο, ως ένας μέσος άνθρωπος. Η τελευταία φράση αποκωδικοποιεί όσο καμμία το βαθύτερο “γιατί” του ελλείμματος επικοινωνίας των ΜΜΕ αναφορικά με τα θέματα αναπηρίας.   


Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ : Οπως αποδεικνύουν τα προηγούμενα οι σχετικές με την αναπηρία προκαταλήψεις και στερεότυπα έχουν βαθύτατες ρίζες. Και, προφανώς, επηρεάζουν βαθύτατα την “μέση” δημοσιογραφική σκέψη και έκφραση, παρά τις κατά κανόνα καλές προθέσεις των δημοσιογράφων όταν καταπιάνονται με θέματα αναπηρίας. Αν θέλουμε με μιά λέξη να ορίσουμε το κυρίαρχο χαρακτηριστικό όταν άνθρωποι των ΜΜΕ καταπιάνονται με θέματα αναπηρίας αυτή είναι η λέξη ΑΜΗΧΑΝΙΑ.  Αμηχανία που σε μεγάλο βαθμό εξηγείται από το μεγάλο χάσμα ανάμεσα στην διαχρονική λογική στερεοτύπων του παρελθόντος η οποία ακόμα επιδρά σημαντικά στο παρόν και την διεκδικητική απελευθερωτική λογική του σύγχρονου αναπηρικού κινήματος που όμως ακόμα δεν έχει θεμελιωθεί .
Σε απλή γλώσσα, ενυπάρχει στους δημοσιογράφους – είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, είτε σε μεγαλύτερο είτε σε μικρότερο βαθμό – ο φόβος “μήπως πω ή κάνω κάτι λάθος και προσβάλλω αθέλητα τον άνθρωπο με αναπηρία και τα δικαιώματά του;”, δίχως όμως επεξεργασμένη συνείδηση/γνώση του περιεχομένου της πιθανής προσβολής. Η αμηχανία επιβάλλεται να ηττηθεί . Αποτελεί τροχοπέδη στην όποια προσπάθεια αληθινής αναβάθμισης του τρόπου δημοσιογραφικής παρουσίασης των θεμάτων αναπηρίας.
ΕΞΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΚΥΡΙΕΣ ΠΗΓΕΣ ΤΩΝ ΑΡΝΗΤΙΚΩΝ ΣΤΑΣΕΩΝ : Κατά συντριπτική πλειοψηφία οι δημοσιογραφούντες (και) για θέματα ανθρώπων με αναπηρία είναι άνθρωποι χωρίς αναπηρία. Κρίνουμε χρήσιμο να παραθέσουμε κάποιες πηγές (κοινωνικές, πολιτικές, ψυχολογικές) των αρνητικών στάσεων του μη ανάπηρου ανθρώπου όπως η επιστημονική έρευνα τις καταγράφει. Συγκεκριμένα :
  • Ο μη ανάπηρος έχει γαλουχηθεί με την επιφανειακή αξία της σπουδαιότητας ενός ακέραιου λειτουργικού σώματος και την υποσυνείδητη ανάγκη να την διαφυλάξει. Ως αξία, όχι ως πραγματικότητα, με την κοινωνικά συνακόλουθη διαδικασία προσωποποίησης της απαξίας στον άνθρωπο με αναπηρία.
  • Μηχανισμός “ενοχής από συντροφικότητα”. Ο μη ανάπηρος άνθρωπος έχοντας κοινωνική συναναστροφή με έναν άνθρωπο με αναπηρία φοβάται/απειλείται ότι μπορεί να θεωρηθεί αντικοινωνικός και να οδηγηθεί σε κοινωνικό εξοστρακισμό.
  • Ετερος μηχανισμός ενοχής που πηγάζει από την “μοιραία σύνδεση” με την αναπηρία ως μεταφυσική τιμωρία. Το συναίσθημα ενοχής ανθρώπου χωρίς αναπηρία επειδή δεν “υποφέρει” την υποτιθέμενη αδικία ή δυστυχία που ο συνάνθρωπος με αναπηρία βιώνει. Ετσι, η μη σύνδεση με τον άνθρωπο με αναπηρία δρα ως προστατευτική λειτουργία και μηχανισμός ελάττωσης της ενοχής.
  • Θεωρείται επιστημονικά ότι τα άτομα με αναπηρία προκαλούν στον “μέσο” δέκτη ένα είδος αμφιθυμίας δημιουργώντας συγχρόνως αισθήματα συμπάθειας και αποστροφής. Η συγκεκριμένη “ισορροπία” έχει ως αποτέλεσμα την αστάθεια συμπεριφοράς απέναντι στους ανθρώπους με αναπηρία που γίνεται στους τελευταίους αντιληπτή ωσάν να είναι ανεπιθύμητοι. Η αμφιθυμία αυτή εκτιμάται ότι εντείνει τα αισθήματα ενοχής, τα οποία εξομαλύνονται/μειώνονται μόνο με την μείωση της αξίας του ατόμου με αναπηρία από το μη ανάπηρο άτομο.
  • Παρατηρείται έντονα, τέλος, η σύνδεση της αναπηρίας με την προσωπική ευθύνη και τιμωρία για κάποια ... αόριστη/αόρατη αμαρτία (ακόμα και των προγόνων). Υπό αυτή την έννοια ο άνθρωπος με αναπηρία θεωρείται είτε “κακός” γιατί (υποτίθεται ότι) έκανε κάτι λάθος στην ζωή του, είτε “επικίνδυνος” εάν (υποτεθεί ότι) τιμωρείται άδικα μιάς και ζητά εκδίκηση για να εξισορροπήσει την αδικία στην οποία (υποτίθεται ότι) υπόκειται.
Σε γενικές γραμμές η διασύνδεση της προσωπικής συνθήκης της αναπηρίας με την λεγόμενη κακία ως ανάγκη εκδίκησης και αποκατάστασης της φερόμενης ως προσωπικής αδικίας είναι κυρίαρχη στην “μέση” σκέψη. Ο μίτος της παραπάνω εξόφθαλμα αντιδραστικής διασύνδεσης μας οδηγεί στον πλέον διαδεδομένο και παγιωμένο ρατσιστικό μύθο, τον λεγόμενο μύθο περί αναπηρικής δυστυχίας. Σύμφωνα με τον περί ου ο λόγος μύθο, ο άνθρωπος με αναπηρία είναι (καταδικασμένος να είναι) a-priori δυστυχής εξαιτίας της αναπηρίας του.
Ο ακραία ρατσιστικός μύθος περί αναπηρικής δυστυχίας υπονομεύει εκ βάθρων την ζητούμενη δικαιωματική προσέγγιση των θεμάτων αναπηρίας, διότι απαγορεύει την εστίαση της σκέψης στα κοινωνικά ελλείμματα που παρεμποδίζουν τον άνθρωπο με αναπηρία να ασκήσει ισότιμους κοινωνικούς ρόλους και ερμηνεύει τις παρεμποδίσεις ως προϊόν της αναπηρίας. Είναι ένας μύθος η αναπαραγωγή του οποίου υπηρετεί τις ειδικές ανάγκες όσων επενδύουν στην αντιδραστική πατερναλιστική προσέγγιση των θεμάτων αναπηρίας. Η κατάρριψη του μύθου αυτού είναι το κρίσιμο σημείο για την αληθώς δικαιωματική προσέγγιση των θεμάτων αναπηρίας και των ανθρώπων με αναπηρία.  





Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΘΕΤΙΚΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ

Σε όλα τα διεθνή συνέδρια που πραγματεύονται την σχέση ανθρώπων με αναπηρία και ΜΜΕ γίνεται ιδιαίτερος λόγος για την ανάγκη να προβάλλεται μέσω των ΜΜΕ η θετική εικόνα του ανθρώπου με αναπηρία. Ελέω του μηχανισμού της αμηχανίας που παραπάνω εξηγήσαμε, οι άνθρωποι των ΜΜΕ στην πλειοψηφία των περιπτώσεων παρεξηγούν την έννοια της θετικής εικόνας, την συγχέουν με την κατ’ αυτούς ανάγκη απόδοσης υπέρμετρων/ψεύτικων τιμών στους ανθρώπους με αναπηρία.
Στην πραγματικότητα, η θετική εικόνα όπως οι ίδιοι οι φορείς εκπροσώπησης των ΑμεΑ την έχουν επανειλλημμένα ορίσει, δεν είναι παρά η αληθής καθημερινή εικόνα του ενεργού ανθρώπου με αναπηρία που διεκδικεί ισότιμη πρόσβαση σε κοινωνικά δικαιώματα και αγαθά αντιπαλεύοντας τις υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες που τον παρεμποδίζουν.
Για τους λίγους πραγματικά μυημένους στα θέματα και την κοινωνική ατζέντα της αναπηρίας η έννοια της θετικής εικόνας είναι ως “αυτονόητο” κατανοητή, πλην όμως για την μεγάλη πλειοψηφία των δημοσιογράφων δεν ισχύει το ίδιο. Αυτό που η πλειοψηφία αντιλαμβάνεται ως θετική εικόνα είναι η συνειδητή υπερβολή, κατά κανόνα δε εκφράζεται με πλήθος ανόητων και κενών περιεχομένου προσφωνήσεων.
Η (κατ’ ευφημισμόν) θετική υπερβολή δρα υπονομευτικά στους κοινωνικούς αγώνες και τα δικαιώματα των ΑμεΑ, διότι επι-κοινωνιακά τους διαχωρίζει από το λοιπό κοινωνικό σώμα. Πρακτικά, μέσω (και) της θετικής υπερβολής οι άνθρωποι και οι θεματολογίες της αναπηρίας επικοινωνούνται ως ειδικοί και ειδικές αντίστοιχα, δια αυτού δε του τρόπου ακυρώνονται ως ισότιμο μερίδιο της δημόσιας ατζέντας.  Η (δήθεν) θετική υπερβολή έλκει περίπου το ίδιο τα ΜΜΕ όσο και η ευθέως αρνητική επικοινώνηση και απεικόνιση της αναπηρίας, επί της ουσίας αποτελούν τις αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος. Λειτουργούν συμπληρωματικά σε αυτό που ορίζεται ως αντιδραστική/στερεοτυπική αντίληψη στον τρόπο παρουσίασης θεμάτων αναπηρίας.
Εντέλει, τι είναι και τι δεν είναι θετική εικόνα, συνοψίζεται σε δυό φράσεις ως εξής:
  • Η θετική εικόνα είναι αναγκαιότητα, δεν είναι όμως αυτοσκοπός.
  • Δε νοείται θετική εικόνα όταν δεν είναι αληθής.
Η δήθεν θετική εικόνα, ή αλλιώς η ελέω δημοσιογραφικής άγνοιας και αμηχανίας άκριτη υπερβολή στον τρόπο παρουσίασης της αναπηρίας, εκφράζεται με δύο κύριους τρόπους. Πρώτον, με την χρήση παράλογων όρων/χαρακτηρισμών των ανθρώπων με αναπηρία . Δεύτερον, με προβολή μεμονωμένων περιπτώσεων ΑμεΑ με κριτήρια πολύ υποδεέστερα αυτών που αφορούν τον λεγόμενο μέσο όρο.
Ο πρώτος τρόπος είναι τόσο διαδεδομένος και εμφανής που τείνει πλέον να παγιωθεί ως “σχολή” στην ελλαδίτικη και κυπριακή δημοσιογραφία. Επ’ αυτού, λοιπόν, κάποιες πρόσθετες παρατηρήσεις είναι χρησιμότατες.
ΟΡΟΛΟΓΙΕΣ ΔΗΘΕΝ ΘΕΤΙΚΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ : Με τις ακραία υπερβολικές εκφράσεις – προσφωνήσεις – χαρακτηρισμούς, οι άνθρωποι των ΜΜΕ λειτουργούν – είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα – ως άλλοθι των ελλειμμάτων και υστερήσεων της πολιτείας που αδυνατεί να υλοποιήσει τα στοιχειώδη και αυτονόητα κάνοντας πράξη την συνταγματικά κατοχυρωμένη ισοτιμία των ανθρώπων με αναπηρία. Ο δημοσιογράφος, συνεπώς, που τις χρησιμοποιεί, δεν λειτουργεί ως υπερασπιστής των παραβιασθέντων δικαιωμάτων του ανθρώπου με αναπηρία (όπως εκ του ρόλου του οφείλει) αλλά ως άλλοθι της πολιτείας που τα στερεί.
Η συγκεκριμένη διαπίστωση δεν είναι προϊόν υποκειμενικής ερμηνείας, αλλά κοινός τόπος όλων των διεθνών συνεδρίων και διαβουλεύσεων επί του θέματος “ΑμεΑ και ΜΜΕ” και αδιάψευστη βεβαιότητα όλων των επίσημων διεθνών αναπηρικών φορέων. Η επικοινώνηση, για παράδειγμα, ενός ανθρώπου με αναπηρία ο οποίος στερείται πρόσβασης στα πλέον θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα, ως ανθρώπου με ειδικές ικανότητες (ο πλέον διαδεδομένος όρος δήθεν θετικής παρουσίασης), απεστιάζει ως μήνυμα από το μείζον που εξ’ ορισμού είναι η παραβίαση των δικαιωμάτων του. Η απεστίαση (ακύρωση) του μηνύματος, είναι αυτό που προηγούμενα ονομάσαμε προσφορά άλλοθι στην υπαίτια για την παραβίαση πολιτεία.
Κάποιες χαρακτηριστικές ορολογίες δήθεν θετικής παρουσίασης της αναπηρίας, καθολικά  απορριπτέες ως υπονομευτικές του ισότιμου κοινωνικού ρόλου που οι ΑμεΑ ασκούν ή διεκδικούν να ασκήσουν είναι οι ακόλουθες :
  • Ατομα με ειδικές ικανότητες – ωσάν η νοητική υστέρηση, για παράδειγμα, να είναι ειδική ικανότητα και όχι απλώς ... νοητική υστέρηση.
  • Ηρωες της ζωής – ωσάν η ζωή να είναι ηρωϊκή περιπέτεια στην οποία καλείται ο άνθρωπος με αναπηρία να ανταπεξέλθει.
  • Νικητές της ζωής – η ζωή αντίπαλος που κατορθώνει ο άνθρωπος με αναπηρία να νικήσει.
  • Νικητές της αναπηρίας – αντίπαλος πλέον η αναπηρία.
  • Με τα μάτια της ψυχής – χρησιμοποιείται κατά συρροήν για τους ανθρώπους με απώλεια όρασης, παραπέμπει σε μιά μεταφυσική υποκατάσταση της όρασης.
  • Κραυγή σιωπής – χρησιμοποιείται για τους ανθρώπους με απώλεια ακοής, πανομοιότυπος σχολιασμός με το προηγούμενο.
  • Πρωταθλητές της θέλησης – κλασσικό παράδειγμα της δημοσιογραφικής εμμονής να παρουσιάζονται οι ΑμεΑ ως ... πρωταθλητές.
  • Ολυμπιονίκες της ζωής – αναφέρεται σε αθλητές με αναπηρία ωσάν το άθλημα στο οποίο διακρίνονται να είναι η ... ζωή.
Σαν τα παραπάνω παραδείγματα υπάρχουν δεκάδες άλλα, αρκεί η στοιχειώδης μελέτη δημοσιευμάτων του έντυπου τύπου ή η αντίστοιχη παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων που πραγματεύονται θέμα αναπηρίας για να πιστοποιήσει της διαπίστωσης το αληθές. Η ψυχολογική αφετηρία που νομιμοποιεί τις ακραία πατερναλιστικές παραπάνω εκφράσεις ως ... τιμητικές στο μυαλό όσων τις χρησιμοποιούν, είναι η αδυναμία τους να αντιληφτούν τον άνθρωπο με αναπηρία ως “πλήρη άνθρωπο”, ή αλλιώς η κατανόηση του ανθρώπου με αναπηρία ως προϊόντος αφαίρεσης της αναπηρίας από ένα υποθετικό όλον (μηχανισμός της ταύτισης).
Πολύ απλά, ο κατά κανόνα μη ανάπηρος δημοσιογράφος “υποθέτει” τον άνθρωπο με αναπηρία ως ... τον εαυτό του από τον οποίον έχει αφαιρεθεί π.χ. η όραση ή η ακοή και μέσω αυτού του (τραγικά απαίδευτου) συνειρμού νομίζει ότι τον κατανοεί και ακολούθως τον ερμηνεύει – αποδίδει επικοινωνιακά. Ο συγκεκριμένος βαθιά αντιδραστικός μηχανισμός ταύτισης, πέραν του ότι ερμηνεύει την πεισματική αναπαραγωγή του ρατσιστικού μύθου περί a-priori αναπηρικής δυστυχίας, νομιμοποιεί τους ψευδείς δήθεν θετικούς χαρακτηρισμούς ως φιλάνθρωπους και ευγενείς έναντι ενός δήθεν αντικειμενικά υστερούντος ανθρώπου.
Το τελευταίο που τα παραπάνω υποδηλώνουν είναι ότι αντεδείκνυται ο οποιοσδήποτε θετικός χαρακτηρισμός ανθρώπου με αναπηρία. Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα “με ποιό κριτήριο θα επιλέγονται οι ορθές και θα απορρίπτονται οι λανθασμένες φράσεις θετικής παρουσίασης της αναπηρίας;” Η απάντηση είναι η απλούστερη δυνατή. Ολοι οι φαινομενικά θετικοί χαρακτηρισμοί που παραπέμπουν γενικώς και αορίστως σε ανθρώπους με αναπηρία δίχως στο ελάχιστο να συγκεκριμενοποιούν την ανθρώπινη διαφορετικότητα είναι απορριπτέοι .
Οταν, για παράδειγμα, χρησιμοποιείται επικοινωνιακά η φράση/χαρακτηρισμός “άτομο με ειδικές ικανότητες” που θα μπορούσε θεωρητικά να αφορά τον οποιονδήποτε άνθρωπο έχει πετύχει ένα εξαιρετικά δύσκολο επίτευγμα, άπαντες αντιλαμβάνονται ότι κατά συντριπτική πιθανότητα αφορά άνθρωπο με αναπηρία. Συνεπώς, το κριτήριο εντοπισμού και απόρριψης της εσφαλμένης φράσης είναι ξεκάθαρα συνειρμικό.
Η ΠΡΟΒΟΛΗ ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΩΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΩΝ : Αμεσα συνδεδεμένη με την ενοχική διαδικασία των ΜΜΕ δήθεν θετικής προβολής των ανθρώπων με αναπηρία είναι η εμμονή τους στην προβολή μεμονωμένων περιπτώσεων ΑμεΑ με κριτήρια διαφορετικά από αυτά που αφορούν τους ανθρώπους χωρίς αναπηρία. Πιό συγκεκριμένα, όταν μιά “είδηση” αναφέρεται σε άνθρωπο με αναπηρία, αυτό που κατ’ εξοχήν προβάλλεται (άμεσα ή έμμεσα) είναι η αναπηρία και μόνον δευτερευόντως το επίτευγμα ή επιτεύγματα , η προσωπικότητα κ.ο.κ. Παράλληλα, η μελέτη του περιεχομένου των ΜΜΕ αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι με αναπηρία που ασκούν πρωτεύοντες και ουσιώδεις κοινωνικούς ρόλους έχουν μειωμένη δημοσιότητα σε σχέση με το έργο/ρόλο τους συγκριτικά με τους μη αναπήρους. Δεν λείπουν δε οι περιπτώσεις αποσιώπησης της αναπηρίας όταν αυτή ως εμπειρία (προσωπική, οικογενειακή) αφορά ανθρώπους που ασκούν πρωτεύοντες κοινωνικούς ρόλους.
Τα κριτήρια προβολής μεμονωμένων περιπτώσεων αφορούν τόσο πρόσωπα όσο και γεγονότα/καταστάσεις. Η φράση κλειδί που περιγράφει το ελλειμματικό της επικοινωνίας είναι ότι “ελέω της διαφοροποίησης των κριτηρίων και της εστίασης στην αναπηρία, η μεμονωμένη περίπτωση δεν συνδέεται με την συνολική εικόνα της πραγματικότητας”. Κατά τεκμήριον χρησιμοποιείται το υπέρμετρο συναίσθημα για να αναδείξει π.χ. την απόγνωση ενός χρήστη αναπηρικού αμαξιδίου που στερείται πρόσβασης σε έναν δημόσιο χώρο λόγω έλλειψης υποδομών προσβασιμότητας. Θέμα – είδηση, με άλλα λόγια, γίνεται το συναίσθημα, ενώ το πραγματικό (κοινωνικό) θέμα είναι καθεαυτή η έλλειψη υποδομών προσβασιμότητας. Πρόκειται για τον μηχανισμό της απεστίασης στον οποίον και προηγούμενα αναφερθήκαμε που επί της ουσίας προσφέρει επικοινωνιακό άλλοθι στις παραβιάσεις δικαιωμάτων  την ίδια στιγμή που (υποτίθεται ότι) τις καταγγέλει.
Επιμένουμε λίγο περισσότερο στο συγκεκριμένο σημείο, διότι παράγει στοιχεία ασυνείδητου κοινωνικού – ζωτικού ψεύδους και λειτουργεί ως “παγίδα” και για τους ίδιους τους ανθρώπους με αναπηρία και τους εκπροσώπους τους. Εξηγούμαστε : Οταν ένας επικεφαλής του κινήματος π.χ. των κυπρίων παραπληγικών έρχεται αντιμέτωπος με την έλλειψη υποδομών προσβασιμότητας, δεν έχει τόση σημασία η προφανώς υπαρκτή βιωματική/συναισθηματική προσέγγιση (συναισθήματα απόγνωσης, οργής κ.ο.κ.) όσο η κινηματική/διεκδικητική προσέγγιση (κοινωνικές πιέσεις και προτάσεις αποκατάστασης του παραβιασθέντος δικαιώματος). Τα συναισθήματα μπορούν να ιδωθούν μόνο ως εργαλείο για τον μετασχηματισμό της παραβίασης του δικαιώματος σε κοινωνική πίεση για την αποκατάστασή του (αυτή θα έπρεπε να είναι η είδηση στο σύνολό της και όχι το συναίσθημα καθεαυτό), το οποίον είναι το μοναδικό που δεν συμβαίνει (εξ’ ου και η επί χρόνια μονότονη επανάληψη του μοτίβου δίχως τίποτε να αλλάζει).
Στην πραγματικότητα, η διεκδίκηση δια του συναισθήματος που επιβάλλουν τα ΜΜΕ είναι υπονόμευση της πραγματικής κοινωνικής διεκδίκησης διότι επενδύει στο στιγμιαίο κοινωνικό/επικοινωνιακό συναίσθημα και όχι στην διαρκή λογική ενεργοποίησης της κοινωνικής δυναμικής.  Η παγίδα για κάποιους από τους θεματοφύλακες των διεκδικήσεων των ΑμεΑ είναι ότι ενίοτε επενδύουν και οι ίδιοι στην συναισθηματική προσέγγιση που επιβάλλουν τα ΜΜΕ υπερβάλλοντας εαυτούς σε συναισθηματική απόδοση των επιπτώσεων από τις παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το “παιχνίδι” με την συναισθηματική φόρτιση του κοινού είναι ατελέσφορο, όπως αποδεικνύει περίτρανα η επί χρόνια επανάληψή του δίχως κανένα πρακτικό αποτέλεσμα (αν υπήρχε αποτέλεσμα, άλλωστε, δεν θα χρειαζόταν να επαναλαμβάνεται).
Οι παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν αντιμετωπίζονται μέσω κατασκευασμένων επικοινωνιακά αντανακλαστικών στιγμιαίας ευαισθησίας αλλά με στρατηγικές διεκδικήσεων ακόμα και ρήξεων όταν οι τελευταίες χρειάζονται. Η διαρκής επαναληπτικότητα στην απόδοση ακραίου συναισθήματος εθίζει το κοινό, το συναίσθημα αποτελεί καθεαυτό προϊόν επικοινωνίας, ως τέτοιο και μάλιστα παραγόμενο (νομιμοποιούμενο) από τους ίδιους που διεκδικούν δικαιωματική προσέγγιση λειτουργεί υπονομευτικά στις δικαιωματικές διεκδικήσεις.
Συνοπτικά : Η προβολή μεμονωμένων περιπτώσεων που αφορούν πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις συνδεόμενες με την κοινωνική συνθήκη της αναπηρίας, γίνεται με κριτήρια διαφορετικά από αυτά που αφορούν τους ανθρώπους χωρίς αναπηρία. Επικοινωνιακά η διαφοροποίηση μεταφράζεται σε ακραία συναισθηματική προσέγγιση/επικοινώνηση των θεμάτων αναπηρίας που εξ’ ορισμού τα κατατάσσει στα/ορίζει ως “ειδικά” θέματα. Με βάση την τελευταία φράση προκύπτει η συνοπτική οδηγία για δημοσιογραφική παρουσίαση μη προσβλητική του ανθρώπου με αναπηρία. Εχει ως εξής : Η προβολή μεμονωμένων περιπτώσεων δεν είναι κακή πρακτική μόνο όταν γίνεται με τρόπο εξειδικευμένο που συνδέει διαλεκτικά το μεμονωμένο με το συνολικό και έχει ως διακριτό σημείο αναφοράς την ισότητα ευκαιριών και δικαιωμάτων.




Η ΚΟΙΝΗ ΛΟΓΙΚΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ
Η πλέον σκληρή διατύπωση σε ότι αφορά την παρουσίαση των θεμάτων με αναπηρίας από τα ΜΜΕ,  είναι ότι η παραβίαση του θεμελιώδους κοινωνικού δικαιώματος των ΑμεΑ στον αυτοπροσδιορισμό είναι αποτέλεσμα της παραβίασης της κοινής λογικής στο σκέπτεσθαι και επικοινωνείν από πλευράς των ανθρώπων των ΜΜΕ.
Η οριοθέτηση της κοινής λογικής δεν προϋποθέτει ειδήμονες επί των θεμάτων αναπηρίας, αλλά απλά την αποφυγή διαρκούς αναπαραγωγής κραυγαλέων ζωτικών ψευδών άμεσα συνδεδεμένων με τους στερεοτυπικούς ρατσιστικούς περί αναπηρίας μύθους. Αρκεί, με άλλα λόγια, ο επαγγελματίας της δημόσιας γραφής να είναι στοιχειωδώς λογικός και προοδευτικός.
Ενας μη επαγγελματίας των ΜΜΕ πλην όμως επαγγελματίας εκπαιδευτικός της κοινής λογικής (και της άμεσα συνδεδεμένης με αυτήν στοιχειώδους προοδευτικότητας), μας προσφέρει το πλέον χρηστικό κείμενο – οδηγία του τι σημαίνει κοινή λογική στην κατανόηση των θεμάτων αναπηρίας. Πρόκειται για τον ελλαδίτη καθηγητή φυσικομαθηματικής Κώστα Καρπούζη οι σκέψεις και παρεμβάσεις του οποίου φιλοξενούνται στο www.openscience.gr.
Ο περί ου ο λόγος θετικός επιστήμονας δεν καταπιάνεται με θέματα ανθρώπων με αναπηρία, επ’ ουδενί δεν διεκδικεί τον ρόλο του ειδήμονα, πλην όμως ξέρει όσο λίγοι να σκέπτεται. Το οποίον σαφώς αποτυπώνεται σε παρέμβασή του υπό τον τίτλο “το ελαφρυντικό της συγχίσεως του νοός” που αυτούσια επαναδημοσιεύουμε.
Γράφει λοιπόν ο κ. Κώστας Καρπούζης:
 “Τις προάλλες ο πατέρας μου έπεσε – φυσιολογικά αυτό δε θα αποτελούσε ιδιαίτερο πρόβλημα, αλλά ξέρετε τι λένε για τους ηλικιωμένους ανθρώπους και για το …πέσιμο. Αυτό λοιπόν με έβαλε σε μια διαδικασία να σκεφτώ πώς είναι η καθημερινότητα για τους ανθρώπους που έχουν κάποια δυσκολία στην κίνηση ή κάποιου άλλου είδους αναπηρία.
Την ίδια μέρα πέρασα, οδηγώντας προς τη δουλειά, από την Εθνικής Αντιστάσεως στην Καισαριανή. Το βλέμμα μου έπεσε στο ΑΤΜ (alien time machine, όπως λένε και στο HIMYM )  της Εθνικής Τράπεζας, ένα μηχάνημα στο υποκατάστημα που συνήθως απευθύνομαι για τις πληρωμές που πρέπει να κάνω. Ε λοιπόν, ένας άνθρωπος με κινητικά προβλήματα θα δυσκολευτεί πάρα, μα πάρα πολύ να φτάσει στο ΑΤΜ, ενώ ένας άνθρωπος που κινείται σε καροτσάκι δεν έχει καμιά τύχη. Ακόμα όμως κι αν φτάσει μπροστά στο μηχάνημα, ο προσανατολισμός του είναι τέτοιος που τις πρωινές ώρες είναι  αδύνατο για κάποιον να διαβάσει τα μηνύματα που εμφανίζονται στην οθόνη κι έτσι η μόνη ελπίδα είναι να ακολουθήσει τα βήματα που απαιτούνται από μνήμης. Έτσι κι αλλιώς, το κείμενο που εμφανίζεται συνήθως στις οθόνες των ΑΤΜ είναι εξαιρετικά δυσανάγνωστο, λόγω μικρού μεγέθους, για κάποιον ηλικιωμένο, ενώ βέβαια για υποστήριξη των κωφών ατόμων μέσω Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας δε γίνεται καν λόγος (τι πάει να πει, «οι κωφοί μπορούν να διαβάσουν»; Η μητρική γλώσσα τους, σύμφωνα με το νόμο 2817/2000 δεν είναι τα γραπτά Ελληνικά, αλλά η ΕΝΓ!)
ΟΚ, είναι λοιπόν πρακτικά αδύνατο για κάποιο άτομο με αναπηρία να χρησιμοποιήσει το ΑΤΜ. Στο κάτω κάτω, η λειτουργικότητα στα περισσότερα ΑΤΜ είναι κωδικοποιημένη με μορφή εντολών: ανάληψη→PIN→αριθμός λογαριασμού→ποσό→γεια σας. Προφανώς οι περισσότεροι άνθρωποι δε μιλούν έτσι στην καθημερινότητά τους, ούτε θα ζητούσαν ένα μπουκάλι γάλα από την ΕΒΓΑ της γειτονιάς με αυτόν τον τρόπο. Αντί λοιπόν να βάλουμε τους υπολογιστές – ΑΤΜ να προσαρμοστούν στο πώς αλληλεπιδρούμε με τους άλλους ανθρώπους, βάζουμε τους εαυτούς μας στην αντίστροφη διαδικασία – αλλά αυτά θα τα πούμε μια άλλη φορά…
Στις περισσότερες περιπτώσεις λοιπόν, ένας ηλικιωμένος πελάτης τράπεζας ή ένα άτομο με αναπηρία θα πρέπει να μπουν στο υποκατάστημα και να μιλήσουν με κάποιον από τους εργαζόμενους.
 Έχετε προσπαθήσει να μπείτε σε τράπεζα από τότε που εγκαταστάθηκαν οι πόρτες ασφαλείας; Με καροτσάκι, είτε αναπηρικό, είτε βρεφικό, καμιά τύχη, καθώς δεν υπάρχει περίπτωση να χωρέσει μέσα από τις στενές πόρτες, ενώ συχνά τα πλήκτρα που πρέπει να πατήσει κανείς για να μπει στον ασφαλισμένο χώρο είναι προσβάσιμα μόνο από κάποιον όρθιο. Ακόμα και χωρίς αυτό όμως, τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσει κανείς για να μπει μέσα διαφέρουν από τράπεζα σε τράπεζα: στη μια αρκεί να κλείσει η πίσω πόρτα για να ανοίξει η επόμενη, σε άλλη πρέπει να πατήσει κανείς το κουμπί εισόδου, σε άλλη πρέπει προηγουμένως να κοιτάξει στην ειδική κάμερα η οποία, σύμφωνα με την ενημερωτική πινακίδα, δεν κάνει ταυτοποίηση των στοιχείων, παρά μόνο επιβεβαιώνει ότι ο πελάτης δε φορά κράνος, ενώ σε μια άλλη πρέπει πρώτα να βγάλει τα μεταλλικά αντικείμενα και να τα κλειδώσει σε ντουλαπάκι.
Οι πληροφορίες ότι σε μια επόμενη φάση θα πρέπει να χοροπηδάμε στο ένα πόδι κρατώντας τη μύτη μας, ελέγχονται ως αναληθείς. Και για να ρίξουμε περισσότερο αλάτι στην πληγή, μερικές πόρτες ασφαλείας συνοδεύονται από επιτακτικά φωνητικά μηνύματα του στυλ «η πόρτα μπροστά σας είναι ανοιχτή», υπονοώντας βέβαια «άντε Χριστιανέ μου, προχώρα να μπουν και οι άλλοι μην τους χάσουμε»…
Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Υποθέτω ότι τα άτομα με αναπηρία δεν είναι η κεντρική ομάδα-στόχος των τραπεζών, με την έννοια της οικονομικής δραστηριότητας. Επειδή όμως οι τράπεζες αρέσκονται στο να δείχνουν την εταιρική τους υπευθυνότητα, θα ήταν γι’αυτές πολύ εύκολο να φροντίσουν μια δυο λεπτομέρειες που σχετίζονται με τη φυσική προσβασιμότητα των χώρων τους, έστω μέσω μιας πόρτας που θα άνοιγε χειροκίνητα μέσα από το υποκατάσταμα. Λύση εύκολη, που θα τις έκανε και εξαιρετικά δημοφιλείς...
 Όπως δημοφιλείς ήταν και οι διατάξεις που ίσχυαν μέχρι πρότινος για την εισαγωγή των παιδιών με αναπηρία στην τριτοβαθμια εκπαίδευση. Για το πώς αυτά τα παιδιά φτάνουν να τελειώσουν το σχολείο θα τα πω κάποια άλλη φορά – για τα ειδικά σχολεία, που έγιναν τάξεις ένταξης, που έγιναν ειδικές τάξεις, με προγράμματα σπουδών ίδια με αυτά των συνηθισμένων σχολείων και με δασκάλους με ελάχιστη, αν όχι καμία, ειδίκευση σε συγκεκριμένη ή έστω σε κάποια αναπηρία. Μέχρι πριν μερικά χρόνια λοιπόν, η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση γινόταν αποκλειστικά με βάση το βαθμό του ειδικού σχολείου – στο οποίο όμως τα παιδιά διδάσκονταν ένα μόνο μικρό υποσύνολο της διδακτέας ύλης, η οποία θεωρείται προαπαιτούμενη στο πρώτο έτος των περισσότερων σχολών.
Ο φίλος μου ο Γιώργος λοιπόν, κωφός από τους πρώτους μήνες της ζωής του, βρέθηκε στο Πολυτεχνείο με σοβαρά κενά σε μαθήματα που απαιτούσαν καλή γνώση στα μαθηματικά. Με τον ένα τρόπο ή με τον άλλο, οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του τον βοηθήσαμε να αρχίσει να καλύπτει αυτά τα κενά, τουλάχιστον όπου αυτό ήταν δυνατό από τις γνώσεις μας. Το ζήτημα είναι ότι όταν μιλάμε για μαθήματα ειδικότητας, ο Γιώργος έπρεπε να παρακολουθήσει το μάθημα στο αμφιθέατρα, απλά γιατί κανείς από εμάς δε μπορούσε να του μιλήσει, π.χ. για στατική.
Εδώ θα πρέπει να πω ότι δεν έχω γνωρίσει πιο εργατικό και αφοσιωμένο άτομο από το Γιώργο – παρά την αναπηρία του, η οποία δυσκολεύει ιδιαίτερα την επικοινωνία και τη μετακίνηση, ο Γιώργος οδηγεί μηχανή, με την οποία έχει γυρίσει Ευρώπη και Αμερική, έχει συμμετάσχει σε Εθνικές ομάδες διαφόρων αθλημάτων και έχει καταπιαστεί με μια σειρά από τέχνες με όρεξη και επιτυχία.
Αυτό όμως που τον δυσκόλεψε πιο πολύ ήταν η αδιαφορία που συνάντησε: όταν κάποιος καθηγητής αλλάζει την εξεταστέα ύλη ενός μαθήματος προφορικά, χωρίς καν να γράψει κάτι στον πίνακα και γνωρίζοντας ότι στο ακροατήριο υπάρχει ένας κωφός φοιτητής, τότε σίγουρα κάτι δεν πάει καλά.
Και δε μιλάμε για τη νομοθετημένη υποχρέωση της Σχολής που δέχεται τους ανάπηρους φοιτητές να παρέχει φροντιστηριακή, αλλά και κάθε είδους βοήθεια (υπουργική απόφαση του 2006 για παροχή ειδικών διευκολύνσεων και νόμος του 2007 για σύσταση και λειτουργία υπηρεσίας υποστήριξης φοιτητών με αναπηρία) – όταν αναφέρθηκε σε καθηγητή της σχολής η σχετική νομολογία, η απάντηση ήταν «να έρθει να μου το πει ο υπουργός».
Και η πρόφαση για αυτήν τη στάση ήταν ότι δε θα μπορούσε ο Γιώργος να πάρει πτυχίο με άλλες διαδικασίες από αυτές που ισχύουν για τα άλλα παιδιά (άσχετα αν κανείς δεν υπονόησε κάτι τέτοιο), γιατί θα «έκλεβε» τη δουλειά από άλλους συναδέλφους του, άσε που θα υπήρχε και η πιθανότητα να σχεδιάσει ένα κτίριο που θα ήταν επικίνδυνο – λες και ο Γιώργος, και ο οποιοσδήποτε ανάπηρος Γιώργος, με το που θα τελείωνε τη σχολή θα έριχνε 2-3 πολυκατοικίες, έτσι για …πρωινό.
Ενώ όταν δούλευε σε εργασίες αποτύπωσης και μετρήσεων, με αποτελεσματικότητα και ευσυνειδησία εφάμιλλη και συχνά ανώτερη των ακουώντων συναδέλφων του, δε μας πείραζε τίποτα, γιατί ο Γιώργος δούλευε «μαύρος» κι έτσι δε λέρωνε την τιμή και την επιστημονική υπόληψη του κλάδου…
Όχι «ειδικές», σκέτο «ανάγκες»
Οι Έλληνες είμαστε ο λαός του ευφημισμού – διαλέγουμε μια όμορφη και εύηχη λέξη και τη χρησιμοποιούμε, χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο, είτε για να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο αναφερόμαστε σε κάτι, γιατί ο υπάρχων τρόπος μας φαίνεται υποτιμητικός ή ταυτισμένος με κάτι αρνητικό (π.χ. «αυτοκινητιστής», αντί για ταξιτζής) ή για να μπερδέψουμε τις εντυπώσεις για μια υπάρχουσα έννοια (ας πούμε, «εκπαιδευτικός λειτουργός» αντί για δάσκαλος) ή, πολύ χειρότερα, για να «σπρώξουμε τα σκουπίδια κάτω από το χαλάκι» (τελικά είναι ΧΥΤΑ, ΧΑΔΑ ή απλά χωματερή;)
Κάποια στιγμή, πριν ενάμιση, δύο χρόνια, πετυχαίνω την πρωινή εκπομπή του Μαραθοκαμπίτη Γιώργη στο Alter. Ο Γιώργης φιλοξενούσε εκείνη τη μέρα ένα βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, δε θυμάμαι το όνομά του και δεν έχει και πολλή σημασία, και μια πρώην βουλευτίνα της Νέας Δημοκρατίας, γνωστή για τη ρητορική της επιμονή και την παρρησία της (κοινώς ...γλωσσοκοπάνα). Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, λοιπόν, σε μια αποστροφή του λόγου του, έκανε το λάθος να μιλήσει για τους «ανάπηρους συμπολίτες» μας.
Ξαφνικά, σαν να τη χτύπησε κεραυνός, το μάτι της βουλευτίνας αστράφτει και το πρόσωπό της παίρνει την έκφραση «την πάτησες, τώρα θα σου δείξω εγώ», αυτήν ακριβώς που έχει μια στριμμένη καθηγήτρια όταν συλλάβει τον εκνευριστικό, καλύτερό της μαθητή να έχει κάνει ένα ορθογραφικό λάθος.
Παίρνει λοιπόν βαθιά ανάσα, ανασκουμπώνεται και βάζει το βουλευτή του ΠΑΣΟΚ στη θέση του με μια ατάκα του στυλ «να φροντίσουμε τους συμπολίτες μας με ειδικές ανάγκες».
Ο Γιώργης, παλιά καραβάνα στα τηλεοπτικά, δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να αφήσει κάποιον να του βγει από αριστερά μέσα στην εκπομπή του, μέσα στο ίδιο του το σπιτικό. Κοιτάζει λοιπόν κι αυτός λοιπόν με το γνωστό λάγνο – μισοθυμωμένο βλέμμα την κάμερα και αναφωνεί: «οι συμπολίτες μας με ειδικές ικανότητες», σκορπίζοντας ρίγη συγκίνησης και υπερηφάνειας σε εκατοντάδες χιλιάδες γονιών παιδιών με αναπηρία, που ένιωσαν, το δίχως άλλο, μια μικρή δικαίωση μέσα στη γκρίζα καθημερινότητά τους.
Θα μου πεις «τι σε πειράζει εσένα; Έτσι κι αλλιώς ο Γιώργης φημίζεται για τα τσιτάτα του και τις υπερβολές του και στο κάτω κάτω δεν έβλαψε και κανέναν με αυτήν την ατάκα».
 Δε θα διαφωνήσω, αν και δεν είναι απλά ένας δημοσιογράφος που λέει τη γνώμη του, αλλά ανήκει στη μικρή εκείνη ομάδα που εκφράζει, αλλά και επηρεάζει μεγάλο κομμάτι της κοινής γνώμης, αντανακλώντας την πεποίθηση που έχει μεγάλη μερίδα των ανθρώπων που παρακολουθούν την εκπομπή του με μεγαλύτερη ευλάβεια από αυτήν με την οποία παίρνουν κάθε μέρα τα φάρμακά τους.
Όταν όμως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μιλάει για «συνδικαλιστικό αυτισμό», τότε το πράγμα αρχίζει να χοντραίνει.
 Όταν ο κατά τεκμήριο ηγέτης του κράτους χρησιμοποιεί μια κατηγορία αναπήρων, που χαρακτηρίζονται από τη δυσκολία στην έκφραση των δικών τους συναισθημάτων και την κατανόηση των συναισθημάτων των γύρω τους, για να στιγματίσει ανάλγητες συμπεριφορές ανθρώπων που είτε κυνηγούν και ξεβρακώνουν τους συναδέλφους τους που δε συμμετέχουν σε μια απεργία, είτε κόβουν την Ελλάδα στα δύο κλείνοντας τους δρόμους, είτε αφήνουν τα αυτοκίνητα χωρίς βενζίνη, τα καταστήματα χωρίς εμπορεύματα και τους δρόμους γεμάτους σκουπίδια, τότε ενίσταμαι – ενίσταμαι, γιατί αυτό φαίνεται ότι εκφράζει την τάση της Ελληνικής πολιτείας να φτιάξει ένα σύγχρονο Καιάδα, ή μάλλον ένα σύγχρονο Κωσταλέξι, για να αγνοήσει τις ανάγκες των αναπήρων.
Κι όταν ο Μητροπολίτης Πειραιά, ένα υψηλόβαθμο στέλεχος ενός οργανισμού που χώνει το ...εξαπτέρυγό του λίγο πιο βαθιά από όσο δικαιούται στον τρόπο με τον οποίο τα Ελληνόπουλα διδάσκονται τη θεωρία της εξέλιξης, μιλάει για τον Hawking με χαρακτηρισμούς τύπου «συμπλεγματικότητα και τραγικότητα των απόψεών του», «που έχει το ελαφρυντικό της συγχύσεως του νοός του, από την αφόρητο σωματική δυστυχία του», καταλήγοντας ότι «αρνείται τον εαυτόν του ίσως συνεπεία των μεγάλων προβλημάτων της υγείας του», τότε ποια εντύπωση δίνεται από την εκκλησία για τους ανάπηρους;
Σίγουρα όχι αυτή της αλληλοβοήθειας και της φιλευσπλαχνίας, την οποία δίδαξαν οι Γραφές – θα μου πείτε, οι ακρότητες είναι συνηθισμένο όπλο όσων θέλουν να συσπειρώσουν το «ποίμνιό» τους γύρω από μια ιδέα ή μια δοξασία και στερούνται άλλων επιχειρημάτων ή πραγματικού πνευματικού έργου.
 Όπως και πριν όμως, η εκκλησία μαζεύει και επηρεάζει πάρα, μα πάρα πολύ κόσμο, οι οποίοι είναι στατιστικά αδύνατο να μην έχουν κάποιον ανάπηρο στο στενό οικογενειακό τους περιβάλλον, και μάλιστα να έχουν αφιερώσει κάποιο πανάκριβο τάμα πάνω σε μια εικόνα «υπέρ της υγείας του».
Όταν λοιπόν η πολιτεία και η εκκλησία αντιμετωπίζουν τους ανάπηρους σαν σκουπίδια που πρέπει να κρύψουμε κάτω από το χαλάκι, όταν τους ταυτίζουν με το μίσος, την εκδικητικότητα και τα συμπλέγματα, τότε να τα βράσω και τα φεστιβάλ και λοιπές εκδηλώσεις ευαισθητοποίησης για την αναπηρία  και τα πάντα.
 Γιατί για να διαπιστώσουμε το λάθος των τρόπων μας, αρκεί να κάνουμε απλά ένα βήμα πίσω και να δούμε με τα ίδια μας τα μάτια πως οι ανάπηροι δεν είναι άτομα με ειδικές ανάγκες – έχουν τις ίδιες ακριβώς ανάγκες με τους υπόλοιπους ανθρώπους, απλά πιο πιεστικές.”
*Τα σημαίνοντα που εμπεριέχονται στο παραπάνω κείμενο είτε μας έχουν ήδη απασχολήσει είτε θα τα αποκωδικοποιήσουμε στις επόμενες σελίδες. Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι αντανακλούν τις χρόνιες διεργασίες και αιτήματα για ισοτιμία στην σχέση με τα ΜΜΕ του διεθνούς αναπηρικού κινήματος στο σύνολό τους.
Αποδεικνύοντας ότι ένας μη ειδικός πλην όμως εραστής συνειδητός της κοινής λογικής, συναντιέται με τα σημαίνοντα της διεκδικητικής ατζέντας ενός κινήματος (του αναπηρικού) δίχως την παραμικρή επιπρόσθετη προσπάθεια.  
Αποδεικνύοντας κατά μείζονα λόγο ότι μήτρα της αληθούς προοδευτικότητας δεν είναι άλλη από την κοινή λογική. Η αποκατάσταση της οποίας αποτελεί την λυδία λίθο σε ότι αφορά την παρουσίαση από τα ΜΜΕ των θεμάτων αναπηρίας.









ΤΑ ΜΜΕ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ
Το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό δεν μπορεί να μεταφράζεται αλλιώς παρά ως η απευθυνόμενη προς τα ΜΜΕ δικαιωματική απαίτηση των ανθρώπων με αναπηρία να μην αλλιώνουν τον κοινωνικό ρόλο που ασκούν ή διεκδικούν να ασκούν. Οι άνθρωποι με αναπηρία είναι και διεκδικούν να είναι υποκείμενα άσκησης δικαιωμάτων, η όποια επικοινώνησή τους ως αντικειμένων φιλανθρωπίας είναι σαφής παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματός τους στον αυτοπροσδιορισμό.
Η επικρατούσα αντίληψη στον οργανωμένο αναπηρικό χώρο που λιγότερο ή περισσότερο αφορά τα ΜΜΕ όλων των δυτικών χωρών, είναι ότι υπάρχει πλήρης αναντιστοιχία μεταξύ αυτού που οι ΑμεΑ διεκδικούν κοινωνικά να είναι και αυτού που τα ΜΜΕ παρουσιάζουν ότι είναι ή διεκδικούν να είναι.
Η αντίληψη αυτή έχει εκφραστεί σε σειρά θεματικών συνεδρίων της τελευταίας δεκαετίας και έχει αποτυπωθεί σε ουκ ολίγα κείμενα διακηρυκτικού χαρακτήρα (ένα χαρακτηριστικό σχετικό κείμενο δημοσιεύουμε στις επόμενες σελίδες).
Είναι βέβαιον ότι η αντίληψη που εκπορεύεται από τους θεσμικούς εκπροσώπους των ευρωπαϊκών αναπηρικών φορέων δεν εκφράζει με ακρίβεια τους ανθρώπους με αναπηρία στο σύνολό τους.
Η ίδια ακριβώς διαπίστωση δεν μπορεί παρά να ισχύει και για τον αναπηρικό χώρο της Κύπρου με τις όποιες ιδιαιτερότητες/διαφοροποιήσεις του.

 Διότι :
  1. Η οργανωμένη έκφραση των ανθρώπων με αναπηρία διαθέτει εξ’ ορισμού χαρακτηριστικά κοινωνικής και ιδεολογικής πρωτοπορίας. Επιχειρεί να ωθήσει προοδευτικά τις εξελίξεις προς το μέλλον δίχως κατ’ ανάγκη αυτό να σημαίνει ότι αντανακλά επίπεδα ωριμότητας πλήρως κεκτημένα από την κοινωνική βάση.
  2. Η αναπηρία δεν είναι ενιαία κατάσταση, ούτε οι άνθρωποι με αναπηρία αποτελούν ενιαία κοινωνική ομάδα. Είναι ποικίλλες οι ιδιατερότητες της κάθε αναπηρίας και διαφορετικό (προφανώς) το κοινωνικό προφίλ του κάθε ανθρώπου με αναπηρία.
  3. Πολλοί άνθρωποι με αναπηρία, ζουν σε καθεστώς κοινωνικής απομόνωσης (εγλεισμός σε σπίτι, ιδρύματα κλπ). Η κοινωνική εικόνα αυτών των ανθρώπων είναι σε κρίσιμο βαθμό αυτή που τα ΜΜΕ επικοινωνούν/παράγουν.
Η τελευταία παρατήρηση προσφέρει κατάλληλη αφορμή για έναν μικρό σχολιασμό. Δεδομένου ότι η αναπηρία είναι “φορτωμένη” με ενοχές και προκαταλήψεις αιώνων ενώ η ωρίμανση των αναπηρικών κινημάτων μετρά μόλις λίγες δεκαετίες (εξ’ ου και ο χαρακτηρισμός “πρωτοπορίες” που τους αποδίδουμε), η επιρροή τους στην διαμόρφωση της κοινωνικής εικόνας των ΑμεΑ είναι ακόμα περιορισμένη.
Τούτο σημαίνει ότι η συμμετοχή των ΜΜΕ στην διαμόρφωση της εικόνας των ΑμεΑ αλλά και της οργανωμένης εκπροσώπησής τους είναι πρωτογενής και όχι δευτερογενής. Ο τελευταίος λόγος από μονάχος αρκεί, ώστε η διατυπωμένη σε κάθε ευκαιρία απαίτηση του οργανωμένου αναπηρικού κινήματος να μετέχει σε επίπεδο πρωτογενές στα κριτήρια παραγωγής της κοινωνικής εικόνας των ΑμεΑ, να αναγορεύεται σε δικαιωματική.
Σε απλά λόγια, δεδομένου ότι ο πυρήνας των αναπηρικών διεκδικήσεων και αυτού καθεαυτού του λόγου ύπαρξης του αναπηρικού κινήματος είναι η άσκηση του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό, ο πρωτογενής ετεροπροσδιορισμός του κοινωνικού ρόλου των ΑμεΑ από τα ΜΜΕ στρέφεται ευθέως ενάντια στον πυρήνα. Γι’ αυτό και δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα ο ισχυρισμός ότι στον βαθμό που τα ΜΜΕ λειτουργούν στεγανοποιημένα και δεν ενσωματώνουν στην πράξη τα κριτήρια ισοτιμίας που οι αναπηρικές πρωτοπορίες αξιώνουν, η σχέση της αναπηρίας (ως κοινωνικής ατζέντας διεκδικήσεων) με τα κυρίαρχα ΜΜΕ είναι και θα είναι κατά βάση συγκρουσιακή.
Αλλωστε, στοιχεία συγκρουσιακής σκέψης και επιχειρηματολογίας, έχουν καταγραφεί διαρκούντων των χρόνιων διαβουλεύσεων για την σχέση αναπηρίας και ΜΜΕ ουκ ολίγα. Το κείμενο , για παράδειγμα που ακολούθως παραθέτουμε, υπογράφηκε την περίοδο από 3 Δεκεμβρίου 2009 έως αρχές Ιουνίου 2010 από χίλιους και πλέον δραστηριοποιούμενους στο διαδίκτυο ΑμεΑ μεταξύ των οποίων ουκ ολίγοι από την Κύπρο .
Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας των υπογραφών και υπό τον τίτλο “Ανιχνεύουμε την αλήθεια στην σχέση αναπηρίας και ΜΜΕ” το κείμενο φιλοξενήθηκε από πάμπολλες διαδικτυακές εκδόσεις, τόσο σε Ελλάδα – Κύπρο όσο και σε ευρωπαϊκές χώρες μεταφρασμένο στην αγγλική γλώσσα. Επίσης, διαβάστηκε ως εισήγηση σε διεθνές συνέδριο για θέματα ειδικής εκπάιδευσης που φιλοξενήθηκε στην Αθήνα.

Το κείμενο έχει ως εξής (το δημοσιεύουμε με τον τίτλο που επέλεξαν οι συγγραφείς του):            

ANIΧΝΕΥΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΗΝ ΣΧΕΣΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΜΜΕ
Οποια  Μ.Μ.Ε.  υπονομεύουν/ υποτιμούν  την κοινωνική εικόνα και ρόλο των ανθρώπων με αναπηρία, το κάνουν συνειδητά.  Η αναπαραγωγή στερεοτύπων και παρωχημένων αντιλήψεων γιά την αναπηρία δεν οφείλεται σε άγνοια . Το άλλοθι της άγνοιας δεν πρέπει επ’ ουδενί να γίνεται αποδεκτό όταν ο τρόπος παρουσίασης θεμάτων αναπηρίας είναι πατερναλιστικός/αντιδραστικός. Η αλήθεια στην σχέση αναπηρίας και ΜΜΕ επιβάλλεται να ειπωθεί ως έχει ...  
Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα : Oι πολιτικές διαχείρισης των κοινωνικών θεμάτων (ζητουμένων) που αφορούν τους ανθρώπους με αναπηρία, αρνούνται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο (με τις όποιες ανά χώρα παραλλαγές τους) να αποδεχτούν/υπηρετήσουν και έμπρακτα κατοχυρώσουν ένα βασικό-αμετακίνητο δικαιωματικό πλαίσιο, που διασφαλίζει τις ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στα θεσπισμένα κοινωνικά δικαιώματα και στα θεμελιώδη κοινωνικά αγαθά.
Από την άλλη όμως, στο επίπεδο της πολιτικής επικοινωνίας, η αναγκαιότητα ύπαρξης του ως άνω δικαιωματικού πλαισίου ουδέποτε τα τελευταία χρόνια αμφισβητείται έστω κατ’ ελάχιστον, αντιθέτως επικροτείται ως διεκδίκηση και διατυπώνεται ως ευχή από τους εκφραστές της κυρίαρχης πολιτικής, δίχως τον παραμικρό ενδοιασμό.
Η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Είναι, παράλληλα, και αποκαλυπτική. Η αποστασιοποιημένη/απενοχοποιημένη μελέτη της, προσφέρει περίσσεια ορατότητα, καθιστά σαφές, το σύγχρονο παιχνίδι χειραγώγησης των (όποιων) κοινωνικών διεκδικήσεων και της (όποιας) δυναμικής τους. Φωτίζει τον πυρήνα του.
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ : Ο πυρήνας του παιχνιδιού της κοινωνικής χειραγώγησης έχει να κάνει με τον έλεγχο του κοινωνικού αντιλόγου, ή αλλιώς, με την πάση θυσία ενσωμάτωσή του στα επιτρεπτά όρια της μη αμφισβήτησης, ώστε προληπτικά να αποστερείται και την έστω ελάχιστη επικινδυνότητα/δυναμική. Ο συγκεκριμένος πυρήνας, η ως άνω σαφέστατη κατασταλτική λογική, εκφράζεται/αποτυπώνεται σε ποικιλλία αλληλοσυμπληρωματικών συνταγών/στρατηγικών.
 Επί των θεμάτων αναπηρίας η συνταγή είναι η πλέον απλή. Γι’ αυτό και η πλέον αποκαλυπτική της συνολικής λογικής του παιχνιδιού της χειραγώγησης . Αποκωδικοποιείται στά εξής : Το δικαιωματικό πλαίσιο που διεκδικεί το κίνημα των ανθρώπων με αναπηρία και οι αληθώς συμπαρατασσόμενοί του, όχι μόνο δεν αμφισβητεί κατ’ ελάχιστον το αξιακό σύστημα-υπόβαθρο του σύγχρονου δυτικού Κράτους Δικαίου, αλλά- αντιθέτως- αυτού τις θεμελιώδεις αρχές επικαλείται και την έμπρακτη εφαρμογή τους αξιώνει. Κατά συνέπεια, ο διεκδικητικός λόγος που αφορά την δικαιωματική προσέγγιση των θεμάτων αναπηρίας είναι κατ’ εξοχήν νόμιμος , επ’ ουδενί δεν μπορεί να απομονωθεί/ενοχοποιηθεί ως περιθωριακός. Επίσης, δεν είναι συγκυριακός αλλά διαχρονικός. Δηλαδή, έχει ωριμάσει μέσα στα χρόνια έναν συμπαγή πυρήνα αξιολόγησης και ιεράρχησης κωδικών και στόχων επικοινωνίας, αλλά και μιά κρίσιμη μάζα πρεσβευτών, εγγυητών, αναλυτών και/ή διαχειριστών του που διαρκώς διευρύνεται.
Δεδομένων των παραπάνω (λόγος διεκδικητικός και θεμελιακά νόμιμος με διαρκώς πιό αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά και διευρυνόμενη την γκάμα των εκφραστών του), το διεκδικούμενο δικαιωματικό πλαίσιο γιά τα θέματα αναπηρίας οικειοποιήθηκε/οικειοποιείται ή επιχειρείται να οικειοποιηθεί (στην ρητορεία) από τους συνειδητούς αρνητές του(στην πράξη). Οικειοποιούνται μιά χρόνια διεκδίκηση και την συγκαταλέγουν στις επιδιώξεις ή ακόμα και στις προτεραιότητές τους, οι εκπρόσωποι είτε της φερόμενης ως προοδευτικής είτε και της αμιγώς συντηρητικής κυρίαρχης  πολιτικής ελίτ, οι οποίοι εμπράκτως διά των επιλογών τους την αντιμάχονται.
Ατέλειωτος πατερναλισμός, άγρια βία ασκούμενη ενάντια στην αλήθεια των εννοιών, στην ταυτότητα των κοινωνικών ρόλων, στην αναγκαιότητα πρώτης ύλης που συνθέτει μείγματα χειραφέτησης.
Κεκτημένη θεωρητικά η νομιμότητα μιάς και ρητορεύουν υπέρ αυτής οι θεσμικοί θεματοφύλακές της έστω και αν βάναυσα στην πράξη την κακοποιούνε, απόλυτη η υπονόμευση των διεκδικητών της μιάς και δεν έχουν τι και από ποιόν να διεκδικήσουν.
Τους επιτρέπεται μόνο : Να ικανοποιούνται από την καθολική αποδοχή του διεκδικητικού πλαισίου τους. Να υποθέτουν ότι η μη ικανοποίηση των δικαιωματικών αιτημάτων τους έχει να κάνει με την μη κατανόηση λεπτομερειών που καλούνται οι ίδιοι επαρκώς να εξηγήσουν. Να αυτοπροσδιορίζονται ως κοινωνική/ιδεολογική ή όποιου άλλου είδους πρωτοπορία που καλείται να διαδραματίσει σημαντικό εκπαιδευτικό ρόλο. Να παριστάνουν ότι δεν πτοούνται από τις επάλληλες ματαιώσεις στην πράξη προσδοκιών και αιτουμένων τους, μιάς και γιά τους πρωτοπόρους κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται. Να καταγγέλλουν τις επάλληλες ματαιώσεις ,δίχως όμως ποτέ τιμωρία και αντισταθμιστικά να αξιώνουν/διεκδικούν από τους αυτουργούς. Να επικαλούνται την αόριστη-αόρατη κοινωνική υστέρηση/ανεπάρκεια ως άλλοθι των ματαιώσεων, αλλά και έμμεσο κριτήριο απαλλαγής συνάμα των όποιων συγκεκριμένων-ορατών αυτουργών. Να τροφοδοτούνται διαρκώς από προσδοκίες διαρκώς ματαιωνόμενες και με αυτές διαρκώς να ανατροφοδοτούν την δημόσια συζήτηση, υπηρετώντας εκ του αποτελέσματος τον μόνιμο της όποιας εξουσίας στρατηγικό στόχο.
Η τελευταία φράση συμπυκνώνει την ουσία, τους επιβαλλόμενους όρους  του παιχνιδιού της κοινωνικής χειραγώγησης. Το οποίο σε ότι αφορά την διαχείριση των θεμάτων αναπηρίας είναι κάτι παραπάνω από αντιληπτό, είναι εξώφθαλμο.
Το ίδιο εξώφθαλμος είναι και ο ρόλος της πλειονότητας των λεγομένων έγκριτων ΜΜΕ, όπως ευθύς αμέσως ολίγον πιό αναλυτικά θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε.
Η ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΩΝ ΑΜΕΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΥΡΙΑΡΧΑ ΜΜΕ : Τα  ΜΜΕ που είναι άμεσα ή έμμεσα άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένα με τις κυρίαρχες επιχειρηματικές και πολιτικές ελίτ, αποτελούν εξ’ ορισμού το επικοινωνιακό πεδίο διαμόρφωσης/επιβολής των όρων της κοινωνικής χειραγώγησης.Κατασκευάζουν σκόπιμα ως υποτελή τον κοινωνικό ρόλο των ΑμεΑ, ώστε να αντανακλάται ως ... νομοτελειακή η υποτελής κοινωνική διαβίωση στην οποία η μεγάλη των αναπήρων πλειοψηφία βίαια εξαναγκάζεται.
Οι μεθοδολογίες κατασκευής υποτελούς κοινωνικού ρόλου του ανθρώπου με αναπηρία από τα κυρίαρχα ΜΜΕ κινούνται στην βάση μιάς απαράβατης αρχής. Την αποδίδουμε  μέσα σε μιά φράση : Τα θέματα αναπηρίας αντιμετωπίζονται επικοινωνιακά ως ειδικά θέματα, επ’ ουδενί δεν επιχειρείται να κατοχυρωθεί το δικαιωματικό της θέσης τους στο προσκήνιο της κοινωνικής και πολιτικής ατζέντας.
 Στην θεωρία, ένας από τους πρωταρχικούς ρόλους – λόγους ύπαρξης των ΜΜΕ και του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, είναι  η προάσπιση των αρχών του Κράτους Δικαίου, διά του ελέγχου της πολιτικής εξουσίας,  που αν λειτουργεί ανεξέλεκτη δύναται (είναι επιρρεπής) να τις παραβιάσει. Οι παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων των ανθρώπων με αναπηρία που δεν σημαίνουν παρά παραβίαση των θεμελιωδών αρχών του Κράτους Δικαίου, είναι πανθομολογημένη πραγματικότητα. Την ομολογούν και οι ίδιοι οι αυτουργοί της για να θημηθούμε  την εισαγωγή μας.
 Γιά να χρησιμοποιήσουμε και την δύναμη των αριθμών, οι παραβιάσεις δεν αφορούν μιά αμελητέα κοινωνική ποσότητα αλλά το 10% κατ’ ελάχιστον του πληθυσμού των λεγόμενων σύγχρονων δυτικών χωρών. Βάσει της κοινής λογικής,συνεπώς, θα αναμένετο αν όχι απ’ όλα τουλάχιστον από τα αυτοπροσδιοριζόμενα ως προοδευτικά ΜΜΕ, μιά 100% δικαιωματική προσέγγιση των θεμάτων αναπηρίας , που θα συνίστατο  σε άσκηση εντεινόμενης πίεσης ώστε οι παραβιάσεις δικαιωμάτων να αρθούν/αποκατασταθούν και σε συνεπή/συνεχή καταγγελτική στάση-κριτική όσο αυτό δεν γίνεται.
 Στην πράξη, λοιπόν, συμβαίνει προκλητικά και απροσχημάτιστα το αντίθετο. Η όποια παρουσίαση-επικοινωνία ειδήσεων που αφορούν τις παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων των ανθρώπων με αναπηρία είναι μεμονωμένη/αποσπασματική. Ποτέ δεν συνοδεύεται από στρατηγική έντασης της πίεσης πλην κάποιων μετρημένων περιπτώσεων με κριτήριο απαράβατο το προς επίλυση αίτημα να είναι επίσης μεμονωμένο/αποσπασματικό . Ωσάν, εντέλει, τα ΜΜΕ να υπόκεινται σε καθεστώς αυτοαπαγόρευσης σε ότι αφορά την αληθώς δικαιωματική προσέγγιση, δηλαδή την εκ του ρόλου τους επιβεβλημένη συνολική – δομική  προάσπιση των δικαιωμάτων των αναπήρων.
 Η αποσπασματικότητα, επί της ουσίας αποτελεί την πάγια μεθοδολογία παρουσίασης θεμάτων αναπηρίας. Αδιαμφισβήτητα έχει να κάνει με την ποσότητα (είναι ελάχιστα τα θέματα που επικοινωνούνται σε σύγκριση με την τεράστια έκταση των παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων των αναπήρων ), αλλά έχει να κάνει και με την ποιότητα. Δηλαδή, αφενός με την συνειδητή ανεπάρκεια της δημοσιογραφικής έρευνας , αφετέρου με την παντελή έλλειψη κριτηρίων σε ότι αφορά την επιλογή αληθώς ουσιωδών θεμάτων.
Πλήθος κλισέ, μεγαλοστομίες, κραυγαλέες υπερβολές, ανούσιες επικλήσεις γιά επίδειξη μιάς ασαφούς κοινωνικής ευαισθησίας, έντονες εκρήξεις καταγγελτικότητας χωρίς σαφή απεύθυνση,  διαρκής σύγχιση των ορίων μεταξύ της αορίστου-απροσδιόριστης κοινωνικής ευθύνης και της σαφούς-μετρήσιμης πολιτικής. Ολα αυτά υποκαθιστούν συνειδητά τον στοχευμένο λόγο, την απαραίτητη δημοσιογραφικά μετεξέλιξη της όποιας πληροφορίας ή δεδομένου σε στοχευμένο επιχείρημα, προς υπεράσπιση των αδικούμενων στα πλαίσια του υπάρχοντος Κράτους Δικαίου.
Παράλληλα, η εμμονή σε δημοσιεύματα (γιά τα έντυπα Μέσα) και τηλεοπτικές εκπομπές (γιά τα ηλεκτρονικά) που πεισματικά αναδεικνύουν ως είδηση την μεμονωμένη περίπτωση και συστηματικά αποσυνδέουν το ειδικό από το γενικό, δημιουργεί εμπράκτως τις προϋποθέσεις γιά την άσκηση πατερναλιστικών ρόλων/πρακτικών και την κοινωνική νομιμοποίησή τους ως μοναδικών ρεαλιστικών διεξόδων.
Η κοινωνική νομιμοποίηση του πατερναλισμού  είναι το κυρίαρχο ζητούμενο των κοινωνικών και πολιτικών ελίτ αναφορικά με την διαχείριση του πλαισίου αιτημάτων που θέτουν οι αναπηρικές οργανώσεις και οι συνοδοιπόροι τους. Αυτό, λοιπόν, το κυρίαρχο ζητούμενο υπηρετούν και τα εξαρτημένα από τις κυρίαρχες ελίτ ΜΜΕ διά των πράξεων και παραλείψεών τους. Και το υπηρετούν απροσχημάτιστα. Το αποδεικνύουν οι απαντήσεις που δίδονται από εκπροσώπους τους όταν καλούνται να απολογηθούν γιά υπονομευτική παρουσίαση των θεμάτων αναπηρίας.
Η ΔΙΠΛΗ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ : Στις περιπτώσεις, λοιπόν, που άνθρωποι των κυρίαρχων (κατά κανόνα τηλεοπτικών αλλά όχι μόνο) ΜΜΕ, εγκαλούνται είτε γιά πράξεις (εσφαλμένη παρουσίαση θέματος αναπηρίας που αλλοιώνει την κοινωνική εικόνα/ρόλο του ανθρώπου με αναπηρία) είτε γιά παραλείψεις τους (αγνόηση θέματος που αφορά σημαντικό αριθμό ανθρώπων), η απάντηση τους είναι πανομοιότυπη . Μια στοιχειώδης έρευνα των πρακτικών μιάς σειράς συνεδρίων που έχουν τα τελευταία χρόνια γίνει γιά να αναλύσουν τα πως και γιατί της σχέσης θεμάτων αναπηρίας και ΜΜΕ, αποτελεί της παραπάνω διαπίστωσης το πλέον αδιάψευστο πιστοποιητικό.
Ωσάν συνεννοημένοι, λοιπόν, άπαντες αποποιούνται κατηγορηματικά ότι οι πράξεις και παραλείψεις τους είναι προϊόν σκοπιμότητας. Επικαλούνται ως άλλοθι την άγνοια ή την πλημελλή πληροφόρηση, επιστρέφοντας εμμέσως πλην σαφώς τις ευθύνες στους αναπήρους και/ή στους εκπροσώπους τους ότι οι ίδιοι ανεπαρκώς επικοινωνούν τα θέματά τους!
Η ευγένεια κατά κανόνα περισσεύει στο ύφος των απαντήσεων. Ομως, ελάχιστη έχει σημασία συγκρινόμενη με την ευθεία προσβολή που το περιεχόμενό τους εμπεριέχει. Την κωδικοποιούμε σε μιά φράση : Οι εκ του ρόλου τους εντεταλμένοι – υποτίθεται – να διερευνούν, αναδεικνύουν, καταγγέλουν τις παραβιάσεις δικαιωμάτων, όχι απλώς δεν αναλαμβάνουν καμμία ευθύνη γιά την ανεπάρκειά τους να εκπληρώσουν τον ρόλο τους αλλά – αντίθετα – την προσάπτουν σε αυτούς που εκ της ανεπάρκειάς τους προσβάλλονται και αδικούνται !!
 Ανεπάρκεια από την μιά, χρέωση της ανεπάρκειας στα θύματά της από την άλλη.  Προσβολή και διά των πράξεων ή παραλείψεων και διά της ανεστραμμένης ερμηνείας τους. Επιθετικότατη ΔΙΠΛΗ ΠΡΟΣΒΟΛΗ! Η πλέον ενσυνείδητη συνταγή  θυματοποίησης ανθρώπων που διεκδικούν ισότιμο κοινωνικό ρόλο και άρνησης κοινωνικών ρόλων που προϋποθέτουν την ύπαρξη κοινωνικά χειραφετημένων ανθρώπων.
  Γιατί συμβαίνει αυτό;
Πρόκειται γιά τον υφέρποντα ρατσισμό που καθορίζει την ενδόμυχη αντίληψη μεγάλου τμήματος του κοινωνικού σώματος γιά την αναπηρία, άρα και μεγάλο τμήμα  των δημοσιογράφων, συνεπώς εξ’ αντικειμένου δεν μπορεί παρά να χαρακτηρίζει και την επικοινωνιακή των θεμάτων αναπηρίας συνταγή;
Πρόκειται γιά απεύθυνση συνειδητή του δημοσιογραφικού προϊόντος στο ως άνω (αντιδραστικό) κομμάτι του κοινωνικού σώματος διότι αξιολογείται ως το αριθμητικά υπέρτερο, άρα γιά εμπορικού/κερδοσκοπικού τύπου επιλογή;
Πρόκειται γιά αδυναμία ή ανικανότητα των υποστηριζόντων την ατζέντα διεκδικήσεων των ανθρώπων με αναπηρία να γίνουν αρκούντος πειστικοί/διεισδυτικοί ;
 Ολα τα  παραπάνω σε βαθμό ποικιλλόμενο μπορεί να ισχύουν. Ομως, δεν συνιστούν απάντηση στο γιατί της θυματοποίησης, αλλά διαρκώς ανακυκλωνόμενα άλλοθί της.
 Στην πραγματικότητα, τα ΜΜΕ που αληθώς επιθυμούν να στηρίξουν τις αναπηρικές διεκδικήσεις δικαιωμάτων, θα μπορούσαν απλούστατα και ευκολότατα να επενδύσουν σε εξειδικευμένους ανθρώπους που θα έκαναν πράξη την απενοχοποιημένη/απελευθερωτική παρουσίαση των θεμάτων αναπηρίας .
Στην πραγματικότητα, μιά τέτοια επιλογή/επένδυση δεν θα μείωνε αλλά  θα αύξανε την εμπορευσιμότητα των θεμάτων αναπηρίας εάν με διάρκεια/συνέπεια υποστηριζόταν. Στην πραγματικότητα, μιά τέτοια επιλογή θα έπρεπε να θεωρείται μονόδρομος.
 Γιατί , λοιπόν ,άραγες, αντί όλων των προαναφερθέντων απλών και εύλογων, ακόμα και κάποια από τα αυτοπροσδιοριζόμενα ως προοδευτικά  ΜΜΕ εξακολουθούν διά των πράξεων και παραλείψεών τους να ανακυκλώνουν την συνταγή της θυματοποίησης;
Απάντηση : Διότι, πολύ απλά, είναι άμεσα συνδεδεμένα με την κυρίαρχη κοινωνική και πολιτική ελίτ, επί της ουσίας αποτελούν τμήμα της.  Διότι γιά τις ελίτ, τα θέματα αναπηρίας και ο κοινωνικός χώρος της αναπηρίας συνολικότερα, αξιολογούνται ως το πλέον πρόσφορο πεδίο παραδειγματικής εφαρμογής του πατερναλιστικού προτύπου/ρόλου και παράλληλης  απενοχοποίησης του φιλανθρωπικού (αντικοινωνικού) μοντέλου αντιμετώπισης των ολοένα διευρυνόμενων στους καιρούς μας αδικιών και ανισοτήτων.
Αυτό είναι στην πραγματικότητα το βαθύτερο γιατί της μη συμμόρφωσης της πλειοψηφίας των ΜΜΕ στα συνεχή κελεύσματα (ολοένα από περισσότερους, με διαρκώς πιό αποσαφηνισμένο τρόπο) γιά επικοινωνιακή απο-θυματοποίηση των ανθρώπων με αναπηρία και εξορθολογισμού των θεμάτων (ζητουμένων) τους.
Τα επί μέρους “γιατί” που ανακυκλωνόμενα χρησιμοποιούνται γιά να απαντήσουν στο ερώτημα, υπό το πρίσμα του στοιχειώδους ορθολογισμού δεν αποτελούν παρά εξώφθαλμα άλλοθι προς συγκάλυψη της αληθινής-προφανούς απάντησης.
Μιά κρίσιμη προσθήκη : Στην νομιμοποίηση/αναπαραγωγή αυτών των άλλοθι, συμβάλλει δυστυχώς και η έκδηλη αδυναμία του κοινωνικού χώρου των ΑμεΑ να αρθρώσει σοβαρό εναντίον τους καταγγελτικό λόγο.
Οι όποιες φωνές είναι αποσπασματικές, δεν αντανακλούν μιά ολοκληρωμένη στρατηγική. Αναπαράγονται και ανακυκλώνονται επί μακρόν, τελικά απολήγουν να είναι άλλοθι αντίστασης αυτών που τις εκφράζουν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εκφυλίζονται σε λεπτομέρεια της δημόσιας συζήτησης (όποτε γίνεται γιά την σχέση αναπηρίας και ΜΜΕ), συμβάλλοντας άθελά τους στην υπονόμευση της κρίσιμης κοινωνικής σημασίας του ζητήματος. Είναι και αυτή μιά ακόμα σημαντική πτυχή του ελέγχου του αντίλογου σχετικά με τον οποίον αναφερθήκαμε στην εισαγωγή .
Η ΕΜΠΡΑΚΤΗ ΑΡΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΤΕΛΕΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΜΜΕ: Είναι αυστηρό-συγκεκριμένο το παιχνίδι της χειραγώγησης των κοινωνικών ρόλων από την πλειοψηφία των ΜΜΕ και της συνακόλουθης χειραγώγησης των κοινωνικών διεκδικήσεων.
Αρα : Αυστηροί - συγκεκριμένοι εξίσου επιβάλλεται να είναι και οι όροι – στρατηγικές αντιμετώπισης αυτού του παιχνιδιού. Το οποίον προδήλως σημαίνει, ότι πρέπει να ωριμάσει μέσα στην σκέψη όλων όσοι αγωνίζονται γιά την ισότιμη πρόσβαση των ανθρώπων με αναπηρία στο θεσμοθετημένο πλαίσιο δικαίου, η αναγκαιότητα ύπαρξης μιάς τέτοιας (αυστηρής) στρατηγικής.
Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η άρνηση σιωπής όταν τα ΜΜΕ παραβιάζουν/υπονομεύουν το δικαιωματικό πλαίσιο που οι άνθρωποι με αναπηρία διεκδικούν/αξιώνουν. Διότι η “αυτοαπαγόρευση” ή και ο αυτοπεριορισμός σε ότι αφορά το καταγγέλειν παραπέμπει σε ασυνείδητη αποδοχή των συνεχών παραβιάσεων ως δήθεν νομοτελειακών.
Το επόμενο κρίσιμο ερώτημα έχει να κάνει με το περιεχόμενο και την στρατηγική ανάπτυξης και διείσδυσης του παρεμβατικού ή και ευθέως καταγγελτικού λόγου. Επ’ αυτού απαιτείται ευρύτατη ανάλυση και σειρά προτάσεων στρατηγικής.
Το μόνο που εισαγωγικά θέτουμε υπό σκέψιν και προς συζήτησιν είναι ότι το παιχνίδι της απονομιμοποίησης χρόνια επιβεβλημένων από τα ΜΜΕ επικοινωνιακών όρων δεν κερδίζεται με αποκλειστικά ζητούμενα την κοινωνική εκπαίδευση ή ευαισθητοποίηση ούτε με συμμετοχή σε ψευδεπίγραφες διαβουλεύσεις, αλλά εμπεριέχει και σαφή συγκρουσιακή διάσταση. Η κατανόηση της τελευταίας είναι άμεσα συνδεδεμένη με την κατανόηση μιάς “ικανής και αναγκαίας συνθήκης” που επιτάσσει ότι δεν μπορεί να δοθεί τέλος στις πολύπλευρες παραβιάσεις δικαιωμάτων των ΑμεΑ από τα ΜΜΕ,  αν δεν πάψουν τα τελευταία να νιώθουν και να είναι στο απυρόβλητο ...”

*Kρίσιμη παρατήρηση : Η δημοσίευση του παραπάνω κειμένου δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι ο παρών δημοσιογραφικός Οδηγός υιοθετεί όλες τις διαπιστώσεις, αναλύσεις και αιχμές που εμπεριέχει.
Η δημοσίευση εξυπηρετεί μιά διαφορετική σκοπιμότητα. Καλούνται μέσω της γνώσης του συγκεκριμένου κειμένου να κατανοήσουν οι άνθρωποι των ΜΜΕ ότι ο ετεροπροσδιορισμός του κοινωνικού ρόλου των ΑμεΑ και η επικοινωνιακή υποτίμηση ή διαστέβλωση της δικαιωματικής κοινωνικής ατζέντας που οι τελευταίοι θέλουν να επιβάλλουν, δημιουργεί συναισθήματα αμφισβήτησης ακόμα και αυτής της κοινωνικής εντιμότητας και ρόλου τους.
Με μιά φράση : Το άλλοθι της άγνοιας σε ότι αφορά την παρουσίαση θεμάτων αναπηρίας ή ακόμα και των βαθιά ριζωμένων προκαταλήψεων ως αποκλειστικών αιτίων της στρεβλής παρουσίασης, από χιλιάδες εξοικειωμένους με την δικαιωματική κοινωνική ατζέντα της αναπηρίας δεν είναι αποδεκτό.
 Στον επίλογο ο συντάκτης ή οι συντάκτες του κειμένου αρνούνται την εκπαιδευτική προσέγγιση των δημοσιογράφων και χαρακτηρίζουν τις όποιες διαβουλεύσεις μεταξύ εκπροσώπων των ΜΜΕ και του αναπηρικού κινήματος ως ψευδεπίγραφες.
Επ’ αυτού η αντίρρηση είναι προφανής, αν δεν υπήρχε δεν θα υπήρχε και λόγος συγγραφής του παρόντος Οδηγού.
Ομως συνυπολογίζοντας και τις κάθετες αντιλήψεις των συνυπογραφόντων το κείμενο δεν μπορούμε παρά να προσθέσουμε ότι  οι διαβουλεύσεις πρέπει να επιτύχουν, επιτέλους, μετρήσιμα αποτελέσματα, η δε εκπαίδευση των δημοσιογράφων σε θέματα αναπηρίας πρέπει , επιτέλους, να πιστοποιηθεί και κατόπιν επενδυθεί με στρατηγικό τρόπο.
Η κάθετη άρνηση (που απορρέει από το αιχμηρό κείμενο) – προϊόν της διαχρονικής άρνησης των ΜΜΕ να κάνουν πράξη την δικαιωματική προσέγγιση των θεμάτων αναπηρίας, δεν μπορεί να έχει ως απάντηση την ανταποδοτική εξίσου κάθετη άρνηση των ΜΜΕ να την αξιολογήσουν και εντέλει να την αμβλύνουν.
Αυτός, επί της ουσίας, είναι και ο βαθύτερος στόχος του τρόπου συγγραφής του Οδηγού, δηλαδή να συμβάλλει ώστε να δοθεί ένα τέλος στον φαύλο κύκλο της άρνησης που υπονομεύει την δημοσιογραφική επικοινωνία των θεμάτων αναπηρίας.
Διότι αν μη τι άλλο το ζητούμενο της προσβασιμότητας περιεχομένου των ΜΜΕ για τους ανθρώπους με αναπηρία απαιτεί βαθιά και ειλικρινή συζήτηση επί των αιτίων που μέχρι σήμερα το παρεμποδίζουν, δεν επιτυγχάνεται με τυπικώς ορθές συμβουλές , παραινέσεις ή οδηγίες ταγμένες να ξεχαστούν αργά ή γρήγορα στα αζήτητα ενός δημοσιογραφικού γραφείου.  
Ποιοί θα εφεύρουν τον χρόνο ώστε να εμβαθύνουν και εντέλει να γίνουν μυημένα μέλη μιάς τέτοιας συζήτησης;  Οχι άπαντες οι άνθρωποι των ΜΜΕ και όχι σε παράλληλη διάταξη. Το βέβαιον είναι ότι απαιτείται μιά κρίσιμη μάζα δημοσιογράφων που θα κατανοήσει ότι η υποστήριξη της προσπάθειας για δικαιωματική απόδοση των θεμάτων αναπηρίας συνιστά ό,τι το προοδευτικότερο και θα την νιώσει (και) ως δική της υπόθεση.   


ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΜΜΕ, ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΑΝΑΠΗΡΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό συνέδριο με θέμα ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΜΜΕ πραγματοποιήθηκε 13 – 14 Ιουνίου 2003 στην Αθήνα, στα πλαίσια του ευρωπαϊκού έτους ΑμεΑ (2003) και της ελληνικής προεδρίας στην Ε.Ε. Συνδιοργανωτές ήταν η ελληνική κυβέρνηση (υπουργείο υγείας και πρόνοιας), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ευρωπαϊκό φόρουμ ΑμεΑ και η ελληνική εθνική συνομοσπονδία ΑμεΑ. Συμμετείχαν περισσότεροι από 300 εκπρόσωποι του ελληνικού και ευρωπαϊκού αναπηρικού κινήματος και επαγγελματίες των ευρωπαϊκών ΜΜΕ ραδιοφώνου και τηλεόρασης. Αυτά που συνυπέγραψαν με την λήξη του συνεδρίου αποτέλεσαν την βάση για σειρά εκδηλώσεων και ημερίδων στις ευρωπαϊκές χώρες τα επόμενα χρόνια, έχουν συνεπώς σημαντικό ενδιαφέρον ως και σήμερα.
Καταρχάς, συνυπέγραψαν μιά σειρά από διαπιστώσεις/δεδομένα που αφορούν λιγότερο ή περισσότερο όλα τα ΜΜΕ, οι οποίες έχουν ως ακολούθως :

*Επειδή το 10% του κοινού των ΜΜΕ έχει κάποια αναπηρία.
*Επειδή τα ΜΜΕ έχουν αποστολή (χρέος) να αντανακλούν την κοινωνική διαφορετικότητα του κοινού τους.
*Επειδή μιά πιό θετική και επεξεργασμένη παρουσίαση της αναπηρίας στα ΜΜΕ θα προσέλυε μεγαλύτερο κοινό, βελτιώνοντας την σφαιρική ποιότητα του περιεχομένου των προγραμμάτων και των άρθρων.
*Επειδή μιά πιό ρεαλιστική εικόνα της αναπηρίας μπορεί να αλλάξει την εικόνα των ανθρώπων με αναπηρία στην κοινωνία.
*Επειδή τα άτομα με αναπηρία και τα θέματα αναπηρίας έχουν δυσανάλογα μικρή εκπροσώπηση στα ΜΜΕ.
*Επειδή οι επαγγελματίες με αναπηρία ως εργαζόμενοι στα ΜΜΕ θα βελτίωναν την ποιότητα των ΜΜΕ
*Επειδή τα προσιτά ΜΜΕ, εφοδιασμένα με τεχνολογικά βοηθήματα που θα εξασφαλίζουν την πρόσβαση όλων, θα προσέλκυαν μεγαλύτερο ακροατήριο. 

 Με βάση όλα τα παραπάνω “επειδή” ακολουθεί συνοπτικό κείμενο διακήρυξης, το κυρίως σώμα του οποίου έχει ως εξής:
ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗΣ : Οι συμμετέχοντες σύνεδροι δηλώνουν ότι :
*Θα προωθήσουν αλλαγές στα ΜΜΕ για να βελτιώσουν την εικόνα και να ενισχύσουν την κοινωνική ένταξη των ατόμων με αναπηρία.
*Θα ενισχύσουν την παρουσία των ατόμων με αναπηρία σε όλους τους τομείς.
*Θα αυξήσουν την προβολή θεμάτων που σχετίζονται με την αναπηρία όσον αφορά τα ΑμεΑ και τις οικογένειές τους.
*Θα προωθήσουν την θετική εικόνα των ατόμων με αναπηρία που δεν βασίζεται στην φιλανθρωπική και στην ιατρική προσέγγιση και θα αποφύγουν τα αρνητικά στερεότυπα.
*Θα ενθαρρύνουν την στενή συνεργασία μεταξύ των οργανώσεων των ΑμεΑ και των ΜΜΕ.
*Θα αυξήσουν τον αριθμό των ατόμων με αναπηρία που απασχολούνται στα ΜΜΕ.
*Θα διασφαλίσουν την προσβασιμότητα στις υπηρεσίες των ΜΜΕ για τα άτομα με αναπηρία. Θα διασφαλίσουν προσβασιμότητα στο φυσικό περιβάλλον.

Τα παραπάνω ΘΑ απολήγουν εν κατακλείδι σε μιά σειρά από ΑΞΟΝΕΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΩΝ που οι συνυπογράφοντες αξιολογούν ως αναγκαίους ώστε οι στόχοι να επιτευχθούν. Συγκεκριμένα :
*Παραγωγή σχεδίων δράσης και ανάπτυξη στρατηγικών για την προώθηση της ένταξης των ΑμεΑ στα ΜΜΕ.
*Ανάπτυξη τμημάτων ποικιλλομορφίας μέσα στις οργανώσεις των ΜΜΕ (ενώσεις ιδιοκτητών μέσων και δημοσιογράφων) και ένταξη των θεμάτων αναπηρίας στις πρακτικές τους.
*Εκπόνηση και εφαρμογή προγραμμάτων κατάρτισης σε θέματα αναπηρίας και ισότητας στους εργαζόμενους στα ΜΜΕ.
*Ενθάρρυνση, άσκηση πιέσεων για ένταξη της διάστασης της αναπηρίας ως θέμα στα αναλυτικά προγράμματα σπουδών στα τμήματα δημοσιογραφίας και επικοινωνίας.
*Ανταλλαγή των όποιων θετικών εφαρμογών και πρακτικών σε αυτόν τον τομέα ανάμεσα στα ΜΜΕ, με παράλληλη ενθάρρυνση διαδικασιών ελέγχου.
*Οπου αυτό είναι εφικτό, ανάπτυξη προγραμμάτων κατάρτισης και απασχόλησης για την ενίσχυση της συμμετοχής των ΑμεΑ στις επιχειρήσεις ΜΜΕ.
*Ελεγχος της προσβασιμότητας στους χώρους εργασίας, ανάπτυξη και πίεση για χρήση κατάλληλης τεχνολογίας για προώθηση της πρόσβασης.
*Ανάπτυξη δικτύου μεταξύ των ευρωπαϊκών φόρουμ ΑμεΑ και ΜΜΕ ώστε όλα τα προηγούμενα να προωθηθούν.

Εάν θέλουμε να βλέπουμε με βλέμμα θετικό προς το μέλλον, λίγη σημασία έχει ότι ελάχιστοι από τους στόχους που η Διακήρυξη έθετε υλοποιήθηκαν, πόσο μάλλον μέσα από τους προτεινόμενους άξονες πρωτοβουλιών που την ακολουθούν. Αυτό που έχει αληθινή σημασία είναι ότι όλα όσα αποτελούν το κυρίως σώμα του μεγάλου συνεδρίου του 2003, αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για πλήθος παρεμβάσεων και δράσεων την επταετία που ακολούθησε. Συνεπώς, είναι πλέον ώριμα διαλεκτικά κεκτημένα του αναπηρικού κινήματος και των συνοδοιπόρων του, η επ’ αυτών συζήτηση δεν γίνεται από μηδενική βάση.
Η τελευταία παρατήρηση αποκτά ξέχωρη σημασία για την σχετικά “φρέσκια” συμμέτοχο του ευρωπαϊκού κεκτημένου και των διεργασιών που σχετίζονται με αυτό κυπριακή πραγματικότητα. Το κυπριακό αναπηρικό κίνημα διά εκπροσώπων του έχει μεν μετάσχει στις προ ένταξης της Κύπρου στην Ε.Ε. διεργασίες και διαβουλεύσεις για την αναβάθμιση της σχέσης (και του πλαισίου σχέσης) ΑμεΑ και ΜΜΕ, πλην όμως δίχως τούτο να συνυπάρχει με την αντίστοιχη διαδικασία ωρίμανσης των απαραίτητων συνοδοιπόρων από τον χώρο των κυπριακών ΜΜΕ. Κατά συνέπεια, η απαραίτητη “κρίσιμη μάζα” δημοσιογράφων και επαγγελματιών των ΜΜΕ που συνειδητά και επεξεργασμένα έχει δεσμευτεί να συμβάλλει στην ανάδειξη/διεκδίκηση τουλάχιστον των “στοιχειωδών και αυτονόητων”, σε ότι αφορά την Κύπρο εξακολουθεί να βρίσκεται ακόμη σε εξαιρετικά πρώϊμο στάδιο δημιουργίας.
Το “πρώϊμο” στο οποίο αναφερθήκαμε δεν αποτελεί εμπόδιο αλλά – τουναντίον – πρόκληση. Πόσο μάλλον όταν αντανακλάται σε κομμάτια του προϊόντος των κυπριακών ΜΜΕ (και δη του δημόσιου), όπου η ανάγκη βελτιώσεων/παρεμβάσεων ώστε να ανταποκρίνονται τουλάχιστον στα στοιχειώδη και αυτονόητα περί θεμάτων αναπηρίας είναι επιτακτική. Οι πλέον χαρακτηριστικές στρεβλώσεις έχουν εντοπιστεί και σχολιαστεί από τους σχετιζόμενους με το κυπριακό αναπηρικό κίνημα, επόμενο βήμα είναι η επ’ αυτών δημόσια συζήτηση ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία αποκατάστασής τους. Η επιτάχυνση της διαδικασίας ωρίμανσης κρίσιμης μάζας στον χώρο των ΜΜΕ, πέραν από αναγκαιότητα είναι σύμφυτη με τα θεμελιώδη ζητούμενα του Οδηγού μας και εξ’ ορισμού εναρμονισμένη με το σκεπτικό της συγγραφής του.
ΘΕΜΑΤΑ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΜΜΕ - ΡΑΔΙΟΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ
Mε κριτήρια δημοσιογραφικού χώρου και χρόνου (τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού), το πλέον διαδεδομένο στα κυπριακά ΜΜΕ προϊόν που άμεσα αφορά την θεματολογία της αναπηρίας είναι ο επί πολλά χρόνια επαναλαμβανόμενος ετήσιος ραδιομαραθώνιος. Φορέας του είναι μεγάλος τραπεζικός οργανισμός και κύριος συνεργάτης το δημόσιο κυπριακό ραδιοτηλεοπτικό μέσο.
 Ο χώρος και χρόνος που διατίθεται στην διάρκειας μερικών εβδομάδων διαδικασία του ραδιομαραθωνίου, πιθανώς προσεγγίζει τον χρόνο και χώρο που συνολικά διατίθεται για θέματα αναπηρίας κατά την διάρκεια ολόκληρου του υπόλοιπου έτους. Στοιχεία ακριβή μέτρησης του χώρου και χρόνου δεν διαθέτουμε, όμως η προσέγγιση δεν πρέπει να απέχει πολύ από την αλήθεια.
Το ποσοτικό και μόνο κριτήριο όπως παραπάνω το πιθανολογούμε/εκτιμούμε, συνιστά από μόνο του μιά κυπριακή πρωτοτυπία σε σύγκριση με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες. Στις περισσότερες εκ των οποίων, σημειωτέον, το προϊόν “ραδιομαραθώνιος” έχει δοκιμαστεί στην πράξη μέχρι προ εικοσαετίας και έχει ξεπεραστεί . Κυρίως διότι θεωρήθηκε ότι αντανακλά πιστά το παρωχημένο φιλανθρωπικό μοντέλο αντίληψης και επικοινωνίας της κοινωνικής συνθήκης της αναπηρίας που βρίσκει παντελώς αντίθετο το διεθνές αναπηρικό κίνημα.
Η υπερβολική ποσοτικά επένδυση από πλευράς κυπριακών ΜΜΕ στο προϊόν “ραδιομαραθώνιος” που ποιοτικά αντανακλά το παρωχημένο/φιλανθρωπικό μοντέλο αντίληψης της αναπηρίας, εξ’ αντικειμένου μειώνει τον χρόνο και χώρο λοιπής παρουσίασης των θεμάτων αναπηρίας. Ο ραδιομαραθώνιος – θεσμός λειτουργεί ως άλλοθι για την παραβίαση τόσο των κοινωνικών όσο και των επικοινωνιακών δικαιωμάτων των κυπρίων αναπήρων.
Σε ότι αφορά τα πρώτα (κοινωνικά δικαιώματα) : “Πολλές φορές άνθρωποι με αναπηρία απευθύνονται σε αρμόδιες υπηρεσίες για να ασκήσουν δικαιώματα και να απορροφήσουν αγαθά που εκ της νομοθεσίας δικαιούνται και παραπέμπονται στον ... ραδιομαραθώνιο” η πλέον αποκαλυπτική σχετικά φράση διά στόματος του προέδρου της παγκύπριας οργάνωσης τυφλών Χρ. Νικολαϊδη, αναδεικνύει τον τρόπο της παραβίασης σε όλη του την δυναμική. Αντίστοιχους προβληματισμούς εκφράζουν σε κάθε ευκαιρία και πολλά άλλα στελέχη του κυπριακού αναπηρικού κινήματος.
Σε ότι αφορά τα δεύτερα (επικοινωνιακά δικαιώματα): Η παραβίαση έχει καταρχάς να κάνει με αυτήν καθεαυτήν την προσέγγιση των θεμάτων αναπηρίας από τον ραδιομαραθώνιο που θεωρείται διεθνώς ξεπερασμένη και πατερναλιστική. Επίσης, όμως, έχει να κάνει με την  υπονόμευση του λοιπού δημοσιογραφικού προϊόντος επί θεμάτων αναπηρίας που εξ’ αντικειμένου είναι και ποσοτικά (μιάς και είναι λιγότερο) και ποιοτικά (μιάς και υπόκειται στην επιρροή της κυρίαρχης αντίληψης που προνομιακά ο ραδιομαραθώνιος ορίζει και/ή αναπαράγει) εξαρτημένο/ελλειμματικό. Σε απλά λόγια, κομμάτι της κοινωνίας είναι και οι δημοσιογράφοι, άρα επηρεασμένη από την ανισοβαρή κοινωνική υπεροχή του ραδιομαραθωνίου και η επί θεμάτων αναπηρίας δημοσιογραφία τους.
Είναι σαφής η ανάγκη σοβαρής συζήτησης στην Κύπρο σχετικά με τον ρόλο και τα όρια επιρροής του ραδιομαραθωνίου. Με κριτήριο την σύγχρονη προοδευτική προσέγγιση της αναπηρίας η οποία είναι πανθομολογημένη από τους μετέχοντες στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, ουδεμία αμφιβολία υπάρχει για το εάν ο κυπριακός μαραθώνιος αναπαράγει ή όχι το παρωχημένο φιλανθρωπικό μοντέλο. Το αναπαράγει και μάλιστα απροσχημάτιστα. Η έννοια δε του “απροσχημάτιστου” μοιάζει να είναι το κατάλληλο κλειδί για τις πρώτες απαραίτητες παρεμβάσεις και βελτιώσεις.
Εξηγούμαστε : Στον βαθμό που ο ραδιομαραθώνιος καλύπτει ελλείμματα χρηματοδότησης και δικαιωματικές ανάγκες στις οποίες δεν ανταποκρίνεται ως θα όφειλε η αρμόδια πολιτεία ο ρόλος του θα μπορούσε να θεωρηθεί έως και θετικός εάν : 1) καταγράφονταν αυστηρά και συγκεκριμένα οι ανάγκες και ελλείμματα που κάθε ραδιομαραθώνιος καλύπτει και 2) δινόταν συνειδητό και αμοιβαία συμφωνημένο τέλος στην “αξιοποίηση” του ραδιομαραθωνίου από την πολιτεία ως άλλοθι για τις δικές της ανεπάρκειες.
 Βάσει της κοινής λογικής τα δύο “εάν” είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Η συγκεκριμένη καταγραφή της δικαιωματικής κοινωνικής ανάγκης ή αναγκών που ο κάθε ραδιομαραθώνιος θα καλείτο να καλύψει και του ακριβούς ποσού που θα αιτείτο από την κοινωνία των πολιτών, εξ’ ορισμού θα ακύρωνε αν μη τι άλλο την αξιοποίησή του ως άλλοθι από την πολιτεία για τις δικές της ανεπάρκειες. Η πολιτεία θα όφειλε να δηλώσει – επί συγκεκριμένων δικαιωματικών αναγκών με ακρίβεια μετρήσιμων και μετρημένων – ανεπαρκής, θα τηρείτο τουλάχιστον το πρόσχημα των “καθαρών εξηγήσεων” που όπως οι εκπρόσωποι των κυπρίων ΑμεΑ παραπάνω επεσήμαναν μέχρι σήμερα παραβιάζεται .
Πιθανή υιοθέτηση των δύο παραπάνω ζωτικών προϋποθέσεων θα σήμαινε αυτόματα και δραστικές αλλαγές στον τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης του προϊόντος “ραδιομαραθώνιος” και συνακόλουθα θα επιδρούσε επί το προοδευτικότερον στην ευρύτερη δημοσιογραφία επί θεμάτων αναπηρίας.
 Η ακριβής ιεράρχηση – αξιολόγηση – καταγραφή των ελλειμμάτων πολιτικής θα μετεξέλισσε τον ραδιομαραθώνιο σε κοινωνική αφορμή για σοβαρή δημοσιογραφική εργασία , θα έπαυε να λειτουργεί ως άλλοθι της δημοσιογραφικής επί θεμάτων αναπηρίας ανεπάρκειας.
Υπό την τελευταία λογικά εξαγόμενη έννοια, η προτεινόμενη αλλαγή του ραδιομαραθωνίου (συντομογραφικά Ρ/Τ) αφορά τους ενδιαφερόμενους να μετάσχουν στην προσπάθεια δικαιωματικής προσέγγισης της αναπηρίας δημοσιογράφους εκ του αποτελέσματος. Από μιά άλλη συμπληρωματική (και ακόμα σημαντικότερη) πλευρά, η προώθηση του αιτήματος για αλλαγή δεν μπορεί παρά να αφορά τους κυπρίους δημοσιογράφους και επί της αρχής.
 Συγκεκριμένα : Οι ενστάσεις για την μέχρι σήμερα λογική του ραδιομαραθωνίου και το συνακόλουθο αίτημα αντιστροφής της, εκπορεύονται από εκπροσώπους του κυπριακού αναπηρικού κινήματος. Η μη υιοθέτησή τους συνιστά παραβίαση της θεμελιώδους για μιά σύγχρονη δυτική κοινωνία δημοκρατικής αρχής της ισότητας δικαιωμάτων που με όρους διεθνούς αναπηρικού κινήματος αποτυπώνεται στην φράση “τίποτε για εμάς χωρίς εμάς”. Ο προσδιορισμός του λόγου ύπαρξης του Ρ/Μ είναι η ενίσχυση των ανθρώπων με αναπηρία, όταν οι ίδιοι προβάλλουν ενστάσεις επ’ αυτού που δεν εισακούονται , στο όνομα ύπαρξης του Ρ/Μ ακυρώνεται ο δικός τους λόγος ύπαρξης.
Συνοπτικά : Αυτοπροσδιοριζόμενος ο Ρ/Τ ως θεσμός ανταποκρινόμενος στις ανάγκες των ΑμεΑ, αμφισβητεί/καταργεί στην πράξη το δικό τους δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό. Πόσο μάλλον όταν οι θεσμοί των ανθρώπων με αναπηρία στην Κύπρο επί της αρχής τον αμφισβητούν.
Η συνειδητοποίηση της ουσίας του περιεχομένου της σημαντικότερης σύγχρονης φράσης για το διεθνές αναπηρικό κίνημα “τίποτε για εμάς χωρίς εμάς” , είναι η ικανή και αναγκαία συνθήκη για αληθώς προοδευτική/δικαιωματική προσέγγιση των θεμάτων αναπηρίας και απεγκλωβισμού του δημοσιογραφικού λόγου και τρόπου από τις παρωχημένες στερεοτυπικές συνταγές. Η δε συμμετοχή ανθρώπων των κυπριακών ΜΜΕ στην αναγκαία προσπάθεια για δραστικές αλλαγές στον τρόπο και ρόλο μέχρι σήμερα του Ρ/Τ είναι το πρώτο έμπρακτο “κρίσιμο βήμα” προς αυτή την κατεύθυνση.
Ας εστιάσουμε και στο πως αυτό το βήμα μεταφράζεται στην δημοσιογραφική πράξη. Η συνταγή είναι απλή. Το όλο θέμα της αναγκαιότητας (ή μη) αλλαγών στον Ρ/Τ και καταγραφής ενστάσεων και προτάσεων αλλαγής, δεν έχει την παραμικρή πρόσβαση στην δημοσιότητα. Οι ενδιαφερόμενοι για δικαιωματική προσέγγιση της αναπηρίας δημοσιογράφοι καλούνται να διεκδικήσουν και δημιουργήσουν την πρόσβαση, δίνοντας κατόπιν τον πρώτο λόγο στους θεσμικούς φορείς των ανθρώπων με αναπηρία και κάνοντας πράξη το “τίποτε για εμάς χωρίς εμάς”. Εάν το όλο θέμα δημοσιοποιηθεί και συζητηθεί με όρους δικαιωματικής ισοτιμίας, είναι βέβαιον ότι οι διαδικασίες των αναγκαίων αλλαγών θα εξελιχτούν και ολοκληρωθούν με τρόπο νομοτελειακό. Το δίκαιο του αναπηρικού κινήματος για ανατροπή του πατερναλιστικού μοντέλου επικοινώνησης (και συνακόλουθα πολιτικής διαχείρισης) των ανθρώπων με αναπηρία είναι τόσο στην θεωρία αυτονόητο , που αρκεί η δημοσιοποίησή του ώστε να επιβληθεί και στην πράξη.
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΩΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ
Η οργάνωση παραπληγικών Κύπρου οργάνωσε και υλοποίησε το 2010 μιά εξαιρετικά ευρηματική εκστρατεία για την παράνομη στάθμευση, που επί της ουσίας έδινε το έναυσμα για σοβαρή δημόσια συζήτηση σχετικά με το μείζον ζήτημα της προσβασιμότητας του δομημένου περιβάλλοντος στους ανθρώπους με αναπηρία. Η κάλυψη από τα ΜΜΕ ήταν εντυπωσιακή σε συναίσθημα , όμως πεπερασμένη σε διάρκεια και ουσία.  
Η εκστρατεία είχε σαν στόχο την μείωση των παράνομων σταθμεύσεων και την ευρύτερη ευαισθητοποίηση κοινωνίας και πολιτείας για το δικαίωμα πρόσβασης των ΑμεΑ στο δομημένο περιβάλλον. Η μετεξέλιξη της εκστρατείας σε καμπάνια προϋπέθετε την συνειδητή στην διάρκεια συμπόρευση των κυπριακών ΜΜΕ με ένταση αυξανόμενη όσο η εκστρατεία εξελισσόταν. Δεν συνέβη έτσι, όπως κατά κανόνα δεν συμβαίνει έτσι από πλευράς ΜΜΕ όταν τα αναπηρικά κινήματα σχεδιάζουν και υλοποιούν εκστρατείες που στοχεύουν αφενός στην καταγγελία των παραβιάσεων δικαιωμάτων των ΑμεΑ και αφετέρου στην άρση των παραβιάσεων. Τα ΜΜΕ εξαντλούν την συμπόρευσή τους στο κομμάτι της καταγγελίας, δεν υπηρετούν με την στάση τους την αρχή της συνέχειας πιέζοντας να φτάσει  η στιγμή που θα δοθεί και η λύση του προβλήματος.
Για να γίνει κατανοητή η παρακάτω διαπίστωση, αρκεί μιά στοιχειώδης αποτύπωση των θεμάτων αναπηρίας που απασχολούν εκ περιτροπής τα ΜΜΕ (όχι μόνο τα κυπριακά αλλά τα διεθνή). Θα διαπιστωθεί ότι σε τακτά χρονικά διαστήματα παρουσιάζονται οι ίδιες περίπου θεματολογίες (έλλειψη προσβασιμότητας, προνοιακές υπηρεσίες, ελλέιμματα κοινωνικής ένταξης, απρεπής συμπεριφορά αξιωματούχων κ.ο.κ.), δίχως ποτέ να συνδέεται παρόν και παρελθόν, δίχως την παραμικρή επεξήγηση του γιατί το ίδιο πρόβλημα διαρκώς υπάρχει και αναπαράγεται, δίχως την παραμικρή νοηματοδότηση – ανάδειξη αιτίων και υπαιτίων.
Σε απλούστερα λόγια : Αν προσμετρήσει κανείς τις εκπομπές/δημοσιεύματα/ρεπορτάζ για τις παραβιάσεις του δικαιώματος προσβασιμότητας των ανθρώπων με αναπηρία, θα συνειδητοποιήσει ότι είναι εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες τα τελευταία χρόνια στον κυπριακό (το ίδιο ισχύει και αλλού) έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Τα δημοσιεύματα αναπαράγουν το ένα το άλλο, όλα τους εκφράζουν αγανάκτηση για την παραβίαση του δικαιώματος, όλα τους εύχονται με ένταση και περίσσευμα ενίοτε οργής την άρση της παραβίασης και την σηματοδότηση ενός υψηλότερου πολιτιστικού επιπέδου.
Μυριάδες δημοσιεύματα του ιδίου επικοινωνιακού μοτίβου επί του ιδίου θέματος, θα αναμένετο να επέφεραν κάποια ουσιώδη αποτελέσματα αντι να επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους.  Αν μη τι άλλο θα αναμένετο η μη παραγωγή κάποιου αποτελέσματος να συνοδεύεται από οξύτατη καταγγελία του ΜΜΕ ή των ΜΜΕ οι εκκλήσεις και η αιχμηρή γλώσσα του οποίου(ων) δεν εισακούονται. Και από αύξηση της επιμονής τους ώστε να υποστηρίξουν την καταγγελτική στάση και τον παρεμβατικό ρόλο τους. Αντ’ αυτού, μία από τα ίδια στον τρόπο παρουσίασης του θέματος (και κάθε θέματος που αφορά ανθρώπους με αναπηρία), εν αναμονή της επόμενης κάθε φοράς αφορμής επικαιρότητας , ωσάν ο χρόνος σε σχέση με τα θέματα των ανθρώπων με αναπηρία να αντιμετωπίζεται ως “παγωμένος χρόνος” με όρους επικοινωνίας.
Ακόμα και αν εντάξουμε σχηματικά τα θέματα αναπηρίας στην επικοινωνιακή ατζέντα των θεμάτων που αφορούν τις λεγόμενες ευπαθείς κοινωνικές ομάδες (μετανάστες, κάθε είδους μειονότητες), με στοιχειωδώς σοβαρή έρευνα θα διαπιστώσουμε ότι η αντίληψη “παγωμένου χρόνου” αφορά αποκλειστικά και μόνο αυτά (τα θέματα αναπηρίας). Ακόμα και στα λεγόμενα (και αυτοπροσδιοριζόμενα ως) προοδευτικής κατεύθυνσης ΜΜΕ, ο τρόπος και η στρατηγική αξιολόγησης των θεμάτων αναπηρίας τα αντιμετωπίζει (και τα διαχωρίζει) ξεκάθαρα ως ειδικά θέματα. Ανευ περισσότερων εξηγήσεων, η αιτία είναι ότι ο μύθος περί a-priori αναπηρικής δυστυχίας είναι ο βαθύτερα μπολιασμένος ρατσιστικός μύθος, οι δε ρατσιστικές προκαταλήψεις και στερεότυπα έναντι της αναπηρίας είναι οι βαθύτερες και στερεότερες έναντι όλων των ρατσιστικών προκαταλήψεων.
Οι περιπτώσεις έγκριτων ΜΜΕ που συνειδητοποιημένα διαχειρίστηκαν τα θέματα αναπηρίας με όρους στρατηγικής ισοτιμίας, είναι ευρωπαϊκά ελάχιστες. Οποτε αυτό επιχειρήθηκε, στην πρώτη φάση ανάπτυξής του συνοδεύτηκε από οριοθέτηση αυστηρά συγκεκριμένου πεδίου εντός του ΜΜΕ (στήλη ή σελίδα για έντυπο ΜΜΕ, ζώνη προγράμματος για ραδιοτηλεοπτικό), ώστε να είναι σαφής η επένδυση στη νέα εκδοχή διαχείρισης της θεματικής. Οπως απεδείχθη από έρευνες μεταξύ των ανθρώπων με αναπηρία και με δεδομένη την παρουσία στον χώρο των ΜΜΕ των έστω ελάχιστων “ειδικών θεματικών πεδίων” – μεγαλύτερη όλων έρευνα του πανελλαδικού συνδέσμου κινητικά αναπήρων με δείγμα άνω των χιλίων ατόμων -  η ύπαρξη των ειδικών θεματικών πεδίων επιδοκιμάστηκε ως στρατηγική αναγκαιότητα για την ισότιμη δημοσιογραφική απόδοση των θεμάτων αναπηρίας με ποσοστά άνω του 95%.
Οι δυό πιό αναγνωρισμένες και αναγνωρίσιμες περιπτώσεις στα ευρωπαϊκά ΜΜΕ πιστώνονται στο αγγλικό BBC (σε ότι αφορά τηλεοπτικά μέσα) και στην ελληνική Ελευθεροτυπία (έντυπα). Ελέω της διαφορετικής φύσης του μέσου, η θεματική ζώνη του BBC ανατεθιμένη σε εξειδικευμένους με τα θέματα αναπηρίας επαγγελματίες εστίασε στην ειδησεογραφική πληροφόρηση με απόλυτη τήρηση των αρχών δικαιωματικής προσέγγισης των ανθρώπων με αναπηρία, ενώ η θεματική στήλη και ακολούθως η σχετική διαδικτυακή σελίδα της μεγάλης ελληνικής εφημερίδας εστίασε στην στενή παρακολούθηση των παραβιάσεων δικαιωμάτων και την συνεχή πίεση για την άρση τους. Επρόκειτο (και πρόκειται) περί εξειδικευμένου και όχι περί ειδικού προϊόντος ΜΜΕ, την συγκεκριμένη κρίσιμη διαφορά ευθύς αμέσως θα επεξηγήσουμε.
  ΜAINSTREAMING
Η έννοια του mainstreaming σε ότι αφορά την ατζέντα της αναπηρίας έχει να κάνει με την ισότιμη διάχυση της διάστασης της αναπηρίας σε όλα τα επίπεδα πολιτικού σχεδιασμού και αποφάσεων, παραπέμπει σε γενικές γραμμές (δεν είναι του παρόντος οι περαιτέρω εξηγήσεις) στο μοντέλο του καθολικού σχεδιασμού (ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ) που θεωρείται κομμάτι του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Με δυό λόγια, αντεδείκνυται ο σχεδιασμός και η υλοποίηση ειδικών για τους ΑμεΑ (και για άλλες κοινωνικές ομάδες) πολιτικών, οι κεντρικές πολιτικές οφείλουν να έχουν ως βασικό κριτήριο την κάλυψη των καθολικών αναγκών.
Τελείως απλά, τέρμα οι ειδικές πολιτικές, οι όποιες πολιτικές για τους ΑμεΑ πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του γενικού σχεδιασμού. Σε ουκ ολίγες περιπτώσεις δε, η κάλυψη των αναγκών των ΑμεΑ ως πρότυπο σχεδιασμού συνιστά και το πρότυπο/κριτήριο της μέγιστης δυνατής επάρκειας – ποιότητας – αξιοπιστίας της γενικής πολιτικής.
Δυό χαρακτηριστικά επ’ αυτού παραδείγματα : Το μοντέλο σχεδιασμού δομημένου περιβάλλοντος που το καθιστά προσβάσιμο στους ανθρώπους με αναπηρία είναι ιδανικό μοντέλο για το σύνολο των ανθρώπων . Πόλη και λειτουργίες πόλης προσβάσιμη/ες στους ΑμεΑ είναι εξ’ ορισμού καταλληλότερη/λειτουργικότερη για όλους. Εκπαιδευτική ένταξη των μαθητών με αναπηρία στις δομές της γενικής εκπαίδευσης (δεύτερο παράδειγμα) καθιστά την εκπαίδευση ποιοτικότερη για το σύνολο του μαθητικού πληθυσμού, συνεπώς μέλημα του εκπαιδευτικό σχεδιασμού και κριτήριο αξιολόγησης της εκπαιδευτικής πολιτικής πρέπει να είναι το αν υπηρετεί την ενταξιακή λογική ή όχι.
Το κυπριακό και το διεθνές αναπηρικό κίνημα έχουν αντιληφτεί ως κρίσιμη ευκαιρία αναβάθμισης της ατζέντας διεκδικήσεών τους και έχουν κάνει δική τους υπόθεση την ουσιαστική εφαρμογή του mainstreaming, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο οργανωμένο κίνημα διεκδίκησης δικαιωμάτων. Υπό την παραπάνω έννοια (απαντάμε στο ερώτημα που τίθεται για το ορθόν ή όχι της ύπαρξης εξειδικευμένων ενοτήτων αναπηρίας στα ΜΜΕ), διεκδικούν δικαιωματική συμμαχία στα ΜΜΕ ώστε να επικοινωνηθεί η αναγκαιότητα εμπέδωσης (και πίεσης υπέρ) του mainstreaming ως εξειδικευμένου δημοσιογραφικού κριτηρίου αξιολόγησης των εφαρμοζόμενων πολιτικών.
Ζητούν, λοιπόν, και μάλιστα επιτακτικά, εξειδικευμένη δημοσιογραφία και αναγνωρίσιμο κωδικό, επ’ ουδενί τούτο δεν πρέπει να συγχέεται με την αντιμετώπιση των θεμάτων αναπηρίας ως “ειδικών” θεμάτων με την λογική που σε προηγούμενη ενότητα αναλύθηκε. Η δημοσιογραφία του χαμηλών προσδοκιών (ειδικού) πήχη και της μη εξειδικευμένης (αλλά γενικευμένης)αξιολόγησης των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών , σε ότι αφορά τα θέματα αναπηρίας και τα επίπεδα χειραφέτησης του οργανωμένου αναπηρικού χώρου είναι αντι – mainstreaming, ή αλλιώς ό,τι πιό αντιδραστικό.
Η κατανόηση της έννοιας του mainstreaming ως κριτηρίου προοδευτικότητας των σχεδιαζόμενων και εφαρμοζόμενων πολιτικών από τους ενδιαφερόμενους για την ισότιμη παρουσίαση των θεμάτων αναπηρίας δημοσιογράφους, προσφέρει αυτόματα το πρώτο βασικό κριτήριο δημοσιογραφικής εξειδίκευσης σε θέματα αναπηρίας. Διευρύνει και εξελίσσει την επιλογή επί μέρους θεμάτων δημοσιογραφικής κάλυψης, αναβαθμίζει και καθιστά ουσιώδη τον τρόπο κάλυψης.
 Εκ των πραγμάτων τερματίζει βασικές στρεβλώσεις που ως σήμερα χαρακτηρίζουν την παρουσίαση από τα ΜΜΕ των θεμάτων αναπηρίας, δίνει περιεχόμενο στην φράση/αναγκαιότητα “τίποτε για εμάς χωρίς εμάς” που αντιπροσωπεύει ό,τι το δημοκρατικότερο και εκφράζει όσο καμμία τους αναπηρικούς φορείς, κάνει πράξη την ανάγκη εναρμόνισης του δημοσιογραφικού προϊόντος με το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού αυτών στο όνομα των οποίων παράγεται και στους οποίους απευθύνεται.
Ας αξιολογήσουμε δυνητικά την εφαρμογή του κριτηρίου μας εισάγοντάς το (ως άσκηση επί χάρτου) στην τρέχουσα μικρο – επικαιρότητα των κυπρίων πολιτών με αναπηρία. Το μείζον θέμα που τους αφορά και απασχολεί (παρότι ελάχιστα επ’ αυτού έχουν απασχολήσει τα κυπριακά ΜΜΕ) έχει να κάνει με την λεγόμενη Κάρτα Αναπηρίας ή Λειτουργικότητας. Ερωτήματα δημοσιογραφικής ουσίας : Μελετώντας την περί της συγκεκριμένης Κάρτας αρμόδια πολιτειακή ρητορεία , μπορούμε καλοπροαίρετα να καταλήξουμε στο ότι η υιοθέτησή της είναι αντιληπτή από την κυπριακή πολιτεία ως μιά έμπρακτη εφαρμογή της έννοιας του mainstreaming στον σχεδιασμό πολιτικών που αφορούν τους ΑμεΑ ή μήπως ισχύει η ένσταση από πλευράς στελεχών του κυπριακού αναπηρικού κινήματος που αντιλαμβάνονται την Κάρτα ως εφαρμογή παρωχημένων ιατρικοκεντρικών μοντέλων προσέγγισης της αναπηρίας, το οποίον παραπέμπει στο διαλεκτικά αντίθετο του mainstreaming;    
   Προφανώς , στόχος του Οδηγού δεν είναι η απάντηση/θέση επί τρεχόντων θεμάτων που αφορούν τους κυπρίους με αναπηρία, αλλά η περιεκτική παρουσίαση των αντικειμενικών κριτηρίων (οδηγιών) για προοδευτική επί θεμάτων αναπηρίας δημοσιογραφία. Τα παραπάνω ερωτήματα έχουν ενδιαφέρον μόνο αν δημόσια (δημοσιογραφικά) τεθούν. Και έχουν αληθινό και όχι “ειδικό” ενδιαφέρον, αν τεθούν και αξιολογηθούν με το κριτήριο της εφαρμογής ή όχι του κεντρικού κριτηρίου (mainstreaming) που υποτίθεται ότι αποτελεί τόπο συμφωνίας και συμπόρευσης πολιτείας και πολιτών με αναπηρία.
Η προσφορά του κρίσιμου κριτηρίου δεν μπορεί επ’ ουδενί να θεωρηθεί διευκόλυνση προς αδαείς για την επαρκή κάλυψη των θεμάτων αναπηρίας. Δεν είναι, η επάρκεια δεν καλύπτεται με ορισμούς, δεν είναι γνώση μυστικών συνταγών ούτε προϊόν της έμπνευσης που ο καθείς φαντασιώνεται ως μοναδική.
Η συνειδητοποίηση όχι θεωρητικά του τι σημαίνει αλλά του τι στην σύνθετη πράξη συμβαίνει με τον “κωδικό mainstreaming” (πόσο αληθινός και εφαρμόσιμος είναι, πόσο και πως προσφέρεται σαν ενταξιακό άλλοθι ή όχι, πως και γιατί χρησιμοποιείται σε παιχνίδια συμφερόντων ή όχι ), είναι υπόθεση δημοσιογράφων που ενδιαφέρονται σοβαρά και εις βάθος να υπηρετήσουν την θεματική ατζέντα της αναπηρίας. Σοβαρά και εις βάθος σημαίνει ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ, σημαίνει εντέλει με όρους δημοσιογραφίας ΙΣΟΤΙΜΑ με τις πλέον κεντρικές – πρώτης γραμμής δημοσιογραφικές θεματικές.
Εξηγήσαμε εν τάχει τι σημαίνει mainstreaming ως κομβικός όρος της ευρωπαϊκής πολιτικής στρατηγικής (επαναλαμβάνουμε: άλλο τι σημαίνει και άλλο τι συμβαίνει με τον όρο) πλήρως αποδεκτός από τα ευρωπαϊκά αναπηρικά κινήματα, ας δούμε και το mainstreaming ως έννοια απολύτως ενσωματωμένη στο δημοσιογραφικό προϊόν. Δηλαδή, το πως η διάσταση της αναπηρίας εμπεριέχεται ισότιμα στον σχεδιασμό αυτού καθεαυτού του δημοσιογραφικού προίόντος.  
Η απάντηση έχει ως εξής: Τα θέματα αναπηρίας σε τίποτε δεν διαφέρουν από τα λοιπά δημοσιογραφικά θέματα με κριτήριο την δημοσιογραφική αξιοπιστία. Πρώτο δημοσιογραφικό μέλημα είναι η αντικειμενική και τεκμηριωμένη/αποδείξιμη καταγραφή της παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων. Δεύτερο μέλημα είναι η μελέτη και γνώση της εξαιρετικά ευρείας και πολύπλοκης ατζέντας των αναπηρικών θεμάτων και η συνακόλουθη ενεργητική παρακολούθηση των εξελίξεων σχετικά με αυτήν. Τρίτο μέλημα είναι η διερεύνηση και καταγραφή οικονομικών συμφερόντων και σκοπιμοτήτων, η κοινωνική συνθήκη της αναπηρίας δεν σημαίνει επ’ ουδενί ότι τα θέματα αναπηρίας δεν είναι ή δεν μπορεί να είναι και θέματα υπηρέτησης οικονομικών συμφερόντων.
Τα παραπάνω συνιστούν μιά σειρά, μιά αλυσίδα, που σχηματικά μπορεί να αναπτυχθεί ως ακολούθως : Εν αρχή τα δικαιώματα. Ακολούθως η ανάδειξη της ατζέντας διεκδίκησης με πηγή αυτούς που την τροφοδοτούν, ανταπόκριση στην φράση – αίτημα “τίποτε για εμάς χωρίς εμάς”. Εν κατακλείδι τα συμφέροντα που λειτουργούν στο όνομα των δικαιωμάτων (εξ’ ορισμού αυτό συμβαίνει υπό συνθήκες σύγχρονων δυτικών δημοκρατικών κοινωνιών, δεν σημαίνει ότι τα συμφέροντα είνα άνομα) και η δημοσιογραφική διαχείρισή τους ώστε να υπηρετούν την μη παραβίαση δικαιωμάτων (κλασικό επ’ αυτού παράδειγμα ο Ρ/Τ στον οποίον αναλυτικά εστιάσαμε). Απαραβίαστη αρχή της δημοσιογραφικής εργασίας επί θεμάτων αναπηρίας είναι η συμμετοχή στην προσπάθεια και αγώνες για άρση των παραβιάσεων θεμελιωδών  δικαιωμάτων των ΑμεΑ που και πάμπολλες είναι και – στην πλειοψηφία τους – απροσχημάτιστες.  
   
    
ΕΠΙΤΡΕΠΤΗ – ΜΗ ΕΠΙΤΡΕΠΤΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ
*Μιά φράση χρωστούμενη από τα προηγούμενα πριν επεισέλθουμε στα στοιχειώδη και αυτονόητα περί επιτρεπτής και μη επιτρεπτής ορολογίας. Προτείνεται στους δημοσιογράφους που καταπιάνονται με θέματα αναπηρίας να αποφεύγουν 1ον) την εστίαση στην αναπηρία και όχι στον άνθρωπο – πρωταγωνιστή της ιστορίας τους, 2ον) τον συναισθηματικό τόνο στην ομιλία ή στην γραφή, και 3ον) τις αόριστες επικκλήσεις περί κοινωνικής ή πολιτικής ευαισθησίας. Θα ήταν εξαιρετικά αποδοτικό η ευαισθησία ή η μη ευαισθησία να τεκμαίρεται από την δομή και το περιεχόμενο του άρθρου, έρευνας ή ρεπορτάζ. Οπως και προηγούμενα έχει αναφερθεί , η σχέση θεμάτων αναπηρίας και ΜΜΕ αξιολογείται από τους ανθρώπους με αναπηρία ως προβληματική, άρα ο τελευταίος ρόλος που οι άνθρωποι των ΜΜΕ μπορούν με αξιοπιστία να υποστηρίξουν είναι αυτός του άνωθεν καλοπροαίρετου τιμητή.
ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΠΕΡΙ ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ : Το προοδευτικό κοινωνικοκεντρικό μοντέλο κατανόησης και επικοινωνίας της αναπηρίας, αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο με αναπηρία ως ενεργό μέτοχο της κοινωνικής ζωής που ισότιμα ασκεί κοινωνικά διακιώματα και απορροφεί κοινωνικά αγαθά. Οποιοσδήποτε όρος παραπέμπει στην ιατρικοκεντρική προσέγγιση της αναπηρίας και στο πατερναλιστικό πρότυπο του ανθρώπου με αναπηρία – παθητικού αντιεκιμένου φιλανθρωπίας  είναι μη επιτρεπτός, Ως μη επιτρεπτοί ορίζονται οι όροι που έχουν καταγραφεί ως καθολικά αποδοκιμαστέοι από το διεθνές αναπηρικό κίνημα σε σειρά συνεδρίων των τελευταίων χρόνων.
Η λίστα περιλαμβάνει εκατοντάδες όρους, σταχυολογούμε τους ενδεικτικότερους :
ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΣΤΕ                                                  ΑΠΟΦΥΓΕΤΕ
Ατομο με αναπηρία                                                  Ανάπηρο άτομο, άτομο με ειδικές ανάγκες.
Ατομο με κινητική αναπηρία                                    Κινητικά ανάπηρος, σωματικά ανάπηρος.
Αθλητής χωρίς αναπηρία                                         Κανονικός αθλητής
Αθλητής με αναπηρία                                               Ειδικός αθλητής
Ατομο με νοητική καθυστέρηση                               Καθυστερημένο άτομο
Παραολυμπιακοί αγώνες                                           Ειδικοί αγώνες
Ατομο με αναπηρία                                                    Πάσχει από, υποφέρει από ...
Χρήστης αμαξιδίου                                                     Καθηλωμένος σε αμαξίδιο
Ατομο με ακρωτηριασμό                                              Κουτσός, κουλός
Με απώλεια όρασης                                                     Αόμματος
Με απώλεια ακοής, κωφός                                           Κωφάλαλος
Ατομο με εγκεφαλική παράλυση                                  Σπαστικός, σπαστικό άτομο

ΔΥΟ ΟΡΟΙ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΟΥ .... ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΑΛΗΘΕΙΣ : Από την στήλη ΑΠΟΦΥΓΕΤΕ θα επιμείνουμε σε δύο όρους λίγο περισσότερο διότι χρησιμοποιούνται κατά συρροήν στις δημοσιογραφικές παρουσιάσεις θεμάτων αναπηρίας.
*Ο όρος άτομα με ειδικές ανάγκες χρησιμοποιείται στην συντριπτική πλειονότητα παρουσίασης θεμάτων αναπηρίας. Οι πάντες είναι εξοικειωμένοι με τον όρο , το βέβαιον όμως είναι ότι ο όρος αυτός είναι κενός περιεχομένου. Στο σύνολό του (4 λέξεις) δεν σημαίνει τίποτε, απλώς παραπέμπει στην ελληνική γλώσσα στους ανθρώπους με αναπηρία.
Ο όρος μπορεί να είναι συνολικά κενός εννοιολογικού περιεχομένου, έχουν όμως ιδιαίτερη κοινωνική σημασία απομονωμένες οι δύο τελευταίες λέξεις. Οπως η κοινή λογική πρεσβεύει, οι ανθρώπινες ανάγκες είναι κοινές (γενικές) και αφορούν τα βασικά δικαιώματα και αγαθά που ορίζουν την ζωήκαι την κοινωνική ζωή, η ακοή επί παραδείγματι ή η όραση δεν είναι ανάγκες αλλά αισθήσεις. Ειδικές ανάγκες (οι δύο κρίσιμες λέξεις) βαπτίζονται οι ανάγκες που δημιουργούνται στον άνθρωπο με αναπηρία όταν του στερούνται οι δυνατότητες να ασκήσει βασικά δικαιώματα (όπως π.χ. το δικαίωμα στην εκπαίδευση). Οταν στον άνθρωπο με απώλεια ακοής δεν διατίθονται οι απαραίτητοι μηχανισμοί – υπηρεσίες (διερμηνέας νοηματικής γλώσσας) ή στον άνθρωπο με απώλεια όρασης τα εκπαιδευτικά βιβλία σε γραφή Braille, τότε η βασική ανάγκη εκπαίδευσης όπως ως τέτοια ορίζεται για όλους τους ανθρώπους βαπτίζεται ειδική ανάγκη. Εάν ήταν αυτονόητη η ύπαρξη των υπηρεσιών η ανάγκη θα παρέμενε ... βασική.
Αντίστοιχα παραδείγματα μπορούν να διατυπωθουν εκατοντάδες, ανά αναπηρία και ανά κατηγορία βασικών αναγκών. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία ώστε να κατανοηθεί το σκόπιμο κοινωνικό ψεύδος που ο όρος εμπεριέχει και αναπαράγει είναι ότι υποδηλώνει κάθετα και διαχωριστικά πως οι άνθρωποι με αναπηρία έχουν διαφορετικές (βασικές) ανάγκες από τους ανθρώπους χωρίς αναπηρία.
Συνεπώς: Καλούνται πλέον όλοι οι άνθρωποι των ΜΜΕ που σοβαρά θέλουν να μετάσχουν στην προσπάθεια αναβάθμισης της δημοσιογραφικής εργασίας επί θεμάτων αναπηρίας να καταργήσουν ολοκληρωτικά τον όρο άτομα με ειδικές ανάγκες ως ψευδή, σκόπιμο και έμμεσα ρατσιστικό.
Αν τα παραπάνω δεν είναι αρκούντως πειστικά, ας συνειδητοποιηθεί τουλάχιστον ότι ο όρος άτομα με ειδικές ανάγκες έχει επισήμως απορριφθεί/ξεπεραστεί από τους ίδιους τους ανθρώπους με αναπηρία διά του επίσημου κυπριακού αναπηρικού κινήματος ως ακατάλληλος – εσφαλμένος. Ας γίνει σεβαστό, τουλάχιστον, το δικαίωμα των ανθρώπων με αναπηρία στον αυτοπροσδιορισμό.
Τελευταία επ’ αυτού παρατήρηση: Η επίσημη αποδοκιμασία του όρου μετρά ήδη κάμποσα χρόνια, το ίδιο και η αδιαφορία των ΜΜΕ να σεβαστούν αν μη τι άλλο αυτούς που την επέλεξαν. Αρα :
Η ΑΠΑΛΕΙΨΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΟΓΟ, ΓΡΑΠΤΟ ΚΑΙ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΜΕΣΑ ΚΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ.

*Η φαινομενικά ανώδυνη έκφραση καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο είναι βαθύτατα δηλωτική των χρόνια ριζωμένων κοινωνικών στερεοτύπων σχετικά με την αναπηρία. Είναι ενδεικτικότατη της αδυναμίας του δημοσιογράφου που την χρησιμοποιεί νομίζοντας ότι εκφράζει ευαισθησία, να κατανοήσει με όρους σεβασμού της διαφορετικότητας τον άνθρωπο με αναπηρία. Υποδηλώνει την υποσυνείδητη πεποίθηση ότι η αναπηρία είναι κοινωνικά συνώνυμη της δυστυχίας.
Με συνυπολογισμό του δικαιωματικού αυτοπροσδιορισμού του σύγχρονου αναπηρικού κινήματος, η έκφραση δεν είναι (και δεν εγκαλείται ως) ατυχής αλλά ως ψευδής. Δεν είναι καν διαστρέβλωση της αλήθειας αλλά αντιστροφή της αλήθειας. Το αναπηρικό αμαξίδιο δεν είναι σύμβολο καθήλωσης και αδυναμίας όπως το επικοινωνεί ο δημοσιογράφος, αλλά εργαλείο (άρα και σύμβολο) μετακίνησης, αυτονομίας και δύναμης. Ο χρήστης αναπηρικού αμαξιδίου δεν είναι άνθρωπος καθηλωμένος (προσομοιάζει σε ... καταδικασμένο) σε αναπηρικό αμαξίδιο, αντίθετα θα ήταν κυριολεκτικά καθηλωμένος (σπίτι του) αν στερείτο το αναπηρικό αμαξίδιο.       

Η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΣΕ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΙΚΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ ΠΕΡΙ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΠΟΥ ΕΚΠΕΜΠΕΙ Η ΣΥΝΗΘΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΦΡΑΣΗ “ΚΑΘΗΛΩΜΕΝΟΣ ΣΕ ΑΝΑΠΗΡΙΚΟ ΑΜΑΞΙΔΙΟ” , ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΒΑΘΥΤΕΡΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΟΔΗΓΟΥ.




Μιά πρόσθετη παρατήρηση περί ορολογίας : Η χρήση χαρακτηρισμών για την φορτισμένη ανάδειξη δημοσιογραφικών θεμάτων, χρησιμοποιεί πολλές φορές (ακριβής μελέτη δεν υπάρχει) ορολογίες σχετικές με την αναπηρία , οι οποίες πάντοτε είναι δηλωτικές χαρακτηριστικής/υπέρμετρης αδυναμίας , υστέρησης, ανικανότητας, ανεπάρκειας ή και άλλων αρνητικών χαρακτηριστικών (επ’ αυτού μελέτη δεν χρειάζεται, αρκεί η παρατήρηση).
ΑΝΑΠΗΡΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ χαρακτηρίζεται μιά κυβέρνηση προς απόδειξιν της ανικανότητάς της, ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΕΣ χαρακτηρίζονται οι πολιτικές προς ανάδειξιν της ατέλειάς τους, ΤΥΦΛΟΣ ένας υπουργός προς ανάδειξιν της αδυναμίας του να αντιληφτεί την ουσία προβλημάτων, ΑΥΤΙΣΤΙΚΕΣ χαρακτηρίζονται συμπεριφορές προς επισήμανση της ελλειμματικής ανατροφοδότησής τους με τον περίγυρο, και η σχετική λίστα δεν έχει τέλος.
Η πεισματική εμμονή στην χρήση ορθών όρων μπορεί να φέρει τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, να απεστιάσει από την ουσία που δεν είναι άλλη απο την ορθή και δικαιωματική δομή και τρόπο παρουσίασης των θεμάτων αναπηρίας. Αλλωστε, δικαιωματική παρουσίαση των θεμάτων αναπηρίας εξ’ ορισμού αργά ή γρήγορα θα σήμαινε και απάλειψη των όρων που παραπέμπουν στο αντίθετο.
Ομως : Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε στην κυπριακή και ελληνική δημοσιογραφία των τελευταίων χρόνων, ότι το φαινόμενο της συμβολικής χρήσης όρων από το λεξιλόγιο της αναπηρίας προς ανάδειξιν κατά κύριο λόγο της πολιτικής ανικανότητας είναι ολοένα και πιό επεκτεινόμενο. Πλέον οι πηχιαίοι τίτλοι περί ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ και ΑΥΤΙΣΤΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ έχουν εξελιχτεί σε σχεδόν καθημερινό φαινόμενο, είτε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων είτε στους πρώτους τίτλους των ειδήσεων.
Είναι βέβαιον ότι η παραπάνω έξαρση κάτι σημαίνει και κάπως μεταφράζεται, χρήσιμο λοιπόν είναι μέσω του Οδηγού να μεταφερθεί η έκκληση περιορισμού του φαινομένου. Διότι σε ότι αφορά τον αγώνα των ανθρώπων με αναπηρία για δικαιωματική προσέγγιση των θεμάτων αναπηρίας , οι εμμένοντες στην αναπαραγωγή της αντιδραστικής εξίσωσης αναπηρία = ανικανότητα μεταφορικοί τίτλοι και χαρακτηρισμοί, σίγουρα μόνο θετική υπηρεσία δεν προσφέρουν.





ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Ολα τα προηγηθέντα αποτελούν επί της ουσίας άμεσα ή έμμεσα διατυπωμένες προτάσεις ή οδηγίες για την αναβάθμιση του τρόπου δημοσιογραφικής παρουσίασης των θεμάτων αναπηρίας, γι’ αυτό που στον πρόλογο ονομάσαμε προσβασιμότητα περιεχομένου των ΜΜΕ στους ανθρώπους με αναπηρία.
Ας τις κωδικοποιήσουμε ενδεικτικά:
Σε ότι αφορά τον τρόπο παραγωγής θεμάτων αναπηρίας θα πρέπει :
*Να διατίθεται συγκεκριμένος χώρος και/ή χρόνος για εξειδικευμένη παρουσίαση
*Να δημιουργηθούν σταδιακά εξειδικευμένοι δημοσιογράφοι στην ευρύτατη γκάμα των θεμάτων αναπηρίας
*Να τηρείται απαρέγκλιτα το κριτήριο της συνεπούς συνεργασίας με τους αναπηρικούς φορείς και οργανώσεις.

Σε ότι αφορά τους όρους επιλογής σοβαρών δημοσιογραφικών θεμάτων αναπηρίας :
*Πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι τα θέματα αναπηρίας επιλέγονται με όρους αντίστοιχους των σοβαρότερων λοιπών δημοσιογραφικών θεμάτων, η αναπηρία από ... μόνη της δεν αποτελεί είδηση
 *Πρέπει να γίνει κτήμα των ΜΜΕ ότι η καταμέτρηση του ενδιαφέροντος αλλά και της σημασίας ενός θέματος αναπηρίας (πόσους και πόσο αφορά άμεσα;) μπορεί και πρέπει να γίνεται με κριτήρια αντικειμενικά
*Απαιτείται συνεργασία με αναπηρικούς φορείς.

Σε ότι αφορά τους τρόπους παρουσίασης θεμάτων αναπηρίας :
*Πάντα σε πρώτο πλάνο ο άνθρωπος και το θέμα με κριτήριο την δικαιωματική προσέγγιση, πάντα σε δεύτερο πλάνο η αναπηρία.
*Αποφυγή όλων των απορριπτέων ορολογιών που ο οδηγός παραθέτει.
*Εξειδίκευση και σοβαρή προεργασία σε ότι αφορά την επιλογή προσώπων και απόψεων που θα δομήσουν το θέμα.
Επί του τελευταίου, μιά σοβαρή παρατήρηση που έχει προβληματίσει κάμποσα συνέδρια με θέμα ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΜΜΕ και αφορά κατά κύριο λόγο το τηλεοπτικό μέσον. Συνηθίζουν, λοιπόν, οι τηλεδημοσιογράφοι να ορίζουν τον όποιον άνθρωπο με αναπηρία ως εκπρόσωπο των ΑμεΑ στο σύνολό τους. Οι τηλεοπτικές εκπομπές (ιδιαίτερα οι χαμηλής δημοσιογραφικής προεργασίας) που φιλοξενούν ανθρώπους με αναπηρία, αδιάκριτα απευθύνονται στον ή στους προσκεκλημένους τους ωσάν να εκπροσωπούν μιά ολόκληρη κοινωνική ομάδα και όχι απλώς τους εαυτούς τους.
Η παραπάνω “στρέβλωση” είναι αντιληπτή ως σύμπτωμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Υπάρχουν άνθρωποι με αναπηρία που εκπροσωπούν συναδέλφους τους , με συγκεκριμένο τρόπο και ρόλο και επί συγκεκριμένων θεματικών. Οτιδήποτε άλλο τείνει να προσδιορίζει τον άνθρωπο με αναπηρία σαν “τηλεοπτικό είδος” και συνιστά βαρύτατη προσβολή εις βάρος ενός κοινωνικού χώρου που δίνει αγώνα για την αποδοχή της διαφορετικότητας και τον αληθινό δικαιωματικό σεβασμό.

Ο παρών Οδηγός απευθύνεται σε όλους τους δημοσιογράφους που δεν αρκούνται στα εύκολα αλλά φιλοδοξούν με την παρέμβασή τους να διεισδύσουν στα δύσκολα πεδία, εκεί όπου διαμορφώνονται αλλά και εξελίσσονται/αλλάζουν οι κοινωνικές ισορροπίες και συνθήκες.
Κατά μείζονα λόγο απευθύνεται στους νέους δημοσιογράφους και σε αυτούς που προετοιμάζονται  να γίνουν δημοσιογράφοι, έχοντας στην άκρη του νου τους ότι για να διεκδικήσουν θέση στην άκρως ανταγωνιστική/ακόρεστη δημοσιογραφική αγορά του αύριο πρέπει να υπερβούν τα κορεσμένα/μη ανταγωνιστικά όρια της δημοσιογραφικής αγοράς του σήμερα.
Τα θέματα αναπηρίας είναι πεδίον δόξης λαμπρό για όσους θέλουν να έχουν ουσιώδη, προοδευτική, επεξεργασμένη και διαρκή παρουσία στην σύγχρονη δημοσιογραφία. Χρειάζονται μπόλικο σεβασμό που μεταφράζεται σε κόπο, μελέτη και αφοσίωση, τον οποίον όμως  επιστρέφουν στο ακέραιο, ισότιμα και δικαιωματικά. 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου